Η προσωπική επαφή και η χημεία ανάμεσα στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον Τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται πως λειτουργεί ως δικλίδα ασφαλείας, η οποία «κάπως» «ηρεμεί» την ολοένα και πιο τεταμένη σχέση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Την εκτίμηση αυτή εξέφρασε στην εφημερίδα The Jerusalem Post η Δρ. Γάλια Λίντενστραους, ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας και ειδική σε ζητήματα που αφορούν την Τουρκία.
Οι επισημάνσεις της ερευνήτριας ήρθαν στο φως της δημοσιότητας μια ημέρα μετά τις εμπρηστικές δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εσωτερικών, Μουσταφά Τσιφτσί. Μιλώντας σε κομματικό ακροατήριο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στο Τσορούμ, ο Τούρκος αξιωματούχος εξέφρασε ανοιχτά τις φιλοδοξίες της Άγκυρας να αναλάβει ξανά τα ηνία της Ιερουσαλήμ, εκφράζοντας την ελπίδα «αυτά τα εδάφη να γίνουν ξανά δικά μας».
Ο Μουσταφά Τσιφτσί προχώρησε μάλιστα ένα βήμα παραπάνω, συνδέοντας αυτή την προοπτική με την ηγεσία του Ερντογάν, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «με το θέλημα του Θεού, θα τεθούν ξανά υπό την κυριαρχία μας αυτά τα εδάφη. Επειδή έχουμε έναν παγκόσμιο ηγέτη όπως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο τιμόνι μας».
Η ιστορική αναδρομή και το βάρος της ρητορικής
Αξίζει να σημειωθεί ότι η περιοχή βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για περισσότερους από τέσσερις αιώνες, προτού περάσει στα χέρια των Συμμαχικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η οθωμανική ηγεσία συνυπέγραψε την Ανακωχή του Μούδρου το 1918, παραδίδοντας τη διοίκηση στη Μεγάλη Βρετανία.
Οι πρόσφατες αναφορές του Τούρκου υπουργού, οι οποίες προκάλεσαν την έντονη και καθολική καταδίκη των Ισραηλινών αξιωματούχων, έρχονται να επιβαρύνουν σημαντικά το ήδη τεταμένο κλίμα. Σύμφωνα με την ανάλυση της Λίντενστραους, τέτοιου είδους τοποθετήσεις προσθέτουν σε «υπάρχουσες εντάσεις» και δεν μπορούν να προσπεραστούν με ευκολία. Η ίδια υποστήριξε ότι «ενώ αυτή η ρητορική θα μπορούσε κανείς να την απορρίψει ως απλώς μια ρητορική ενός υπουργού, πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο άλλων ανησυχητικών σχολίων».
Η μεταστροφή της Άγκυρας μετά την 7η Οκτωβρίου
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει σκληρύνει δραματικά τη στάση του απέναντι στο Ισραήλ μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι οποίες πυροδότησαν την πολεμική σύγκρουση στη Γάζα και την ανθρωπιστική κρίση που ακολούθησε. Η κάθετη ρήξη της Τουρκίας με το εβραϊκό κράτος προκαλεί αίσθηση, αν αναλογιστεί κανείς ότι η Άγκυρα υπήρξε η πρώτη μουσουλμανική χώρα που αναγνώρισε επίσημα το Ισραήλ, λιγότερο από έναν χρόνο μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του.
Παρά το γεγονός ότι οι δηλώσεις για οθωμανική παλινόρθωση στα ισραηλινά εδάφη αγγίζουν ευαίσθητες χορδές, η Λίντενστραους εκτιμά ότι δεν αναμένεται να προκαλέσουν ιδιαίτερη οργή στον αραβικό κόσμο. Ωστόσο, η ερευνήτρια προειδοποιεί ότι τέτοιου είδους τοποθετήσεις ενδέχεται να εγκλωβίσουν την Άγκυρα στον σκληρό ανταγωνισμό για την ηγεσία του μουσουλμανικού κόσμου, ένα πεδίο όπου οι περιφερειακές δυνάμεις συγκρούονται με φόντο το Παλαιστινιακό.
Η ίδια συμπλήρωσε ότι «η εμπλοκή της Τουρκίας στην ανατολική Ιερουσαλήμ ήταν πιο κυρίαρχη τα προηγούμενα χρόνια και στην πραγματικότητα, λόγω του πολέμου, είναι λίγο λιγότερο δραματική από ό,τι ήταν παλιά. Σίγουρα έχει προκαλέσει αντιδράσεις τόσο στη Σαουδική Αραβία όσο και στην Ιορδανία». Παράλληλα, εξήγησε ότι «η Τουρκία έχει εμπλακεί τόσο στην παροχή υποστήριξης στην Παλαιστινιακή Αρχή όσο και σε αυτό που η Τουρκία ισχυρίζεται ότι είναι μόνο πολιτική υποστήριξη, αλλά το Ισραήλ θεωρεί ως πιο εκτεταμένη, υποστήριξη στη Χαμάς».
Η επιρροή της Τουρκίας στην περιοχή ενισχύεται περαιτέρω και από τις πληροφορίες που θέλουν το Κατάρ να εξετάζει την απομάκρυνση της ηγεσίας της Χαμάς από το έδαφός του, με την Άγκυρα να προβάλλει ως ο επικρατέστερος επόμενος σταθμός για τα στελέχη της οργάνωσης. Μέσω αυτών των λεπτών χειρισμών ανάμεσα στην Παλαιστινιακή Αρχή και τη Χαμάς, η τουρκική διπλωματία επιχειρεί να καθιερωθεί ως «ένας από τους εγγυητές της παλαιστινιακής υπόθεσης στη διεθνή σκηνή».
Η νατοϊκή ισορροπία και το κουρδικό ζήτημα
Το μεγάλο ανάχωμα στα σχέδια της Τουρκίας να αναδειχθεί σε απόλυτο προστάτη των Παλαιστινίων παραμένει η ιδιότητά της ως μέλος του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα ενόψει της επικείμενης συνόδου κορυφής της Συμμαχίας τον Ιούλιο. Αυτή η διεθνής δέσμευση, σε συνδυασμό με τη δίαυλο επικοινωνίας Ερντογάν και Τραμπ, αναγκάζει την Άγκυρα να ισορροπεί σε ένα τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στις δυτικές της συμμαχίες και τις ακραίες περιφερειακές της επιλογές.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία αξιοποιεί τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον για την επίτευξη του πάγιου στρατηγικού της στόχου, που δεν είναι άλλος από την αποδυνάμωση των κουρδικών οργανώσεων. Αναφορές δείχνουν ότι ο Ερντογάν έχει ζητήσει προσωπικά από τον Τραμπ να μην προχωρήσει στη χρήση κουρδικών πολιτοφυλακών στα ιρακινά σύνορα στο πλαίσιο της αμερικανικής στρατηγικής κατά του Ιράν.
Η Λίντενστραους εξήγησε το σκεπτικό της Άγκυρας λέγοντας ότι «μία από τις ανησυχίες της στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν ήταν ότι πράγματι οι Κούρδοι του Ιράν θα ενδυναμώνονταν, ίσως ακόμη και θα αποκτούσαν κάποια αυτόνομη κυριαρχία, και αυτό θα έθετε σε κίνδυνο επίσης τη διαδικασία που ηγείται η Τουρκία με το ΡΚΚ για τη διάλυση και τον αφοπλισμό του». Πρόσθεσε επίσης ότι «αυτό συμβαδίζει και πάλι με την αξιολόγηση των φόβων της Τουρκίας για αυτή τη βίαιη αντιπαράθεση με το Ιράν. Πόσο ρεαλιστικό ήταν εξαρχής το σχέδιο εμπλοκής των Κούρδων, μπορεί κανείς να αμφισβητήσει, αλλά γνωρίζουμε ότι σίγουρα ο Ερντογάν προσπάθησε να το μπλοκάρει».
Η στρατηγική της στρατιωτικής αποχής
Παρά τις οικονομικές επιπτώσεις που έχει υποστεί, η Τουρκία κατάφερε να μείνει σε μεγάλο βαθμό στο απυρόβλητο των πρόσφατων συγκρούσεων στην περιοχή, αποφεύγοντας να μπει στο στόχαστρο της Τεχεράνης, παρά τις αρχικές ανησυχίες για πιθανές πυραυλικές επιθέσεις ή μαζικές προσφυγικές ροές.
Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Άγκυρα θα επιδιώξει να διατηρήσει μια στάση αυστηρής στρατιωτικής ουδετερότητας, εστιάζοντας αποκλειστικά στο διπλωματικό πεδίο. Η Λίντενστραους εκτιμά ότι «η Τουρκία θα προσπαθήσει σε μεγάλο βαθμό να παραμείνει αμέτοχη στρατιωτικά. Θα υποστηρίξει το διπλωματικό μέτωπο. Υποστήριξε τις προσπάθειες διαμεσολάβησης του Πακιστάν, τις προσπάθειες διαμεσολάβησης του Κατάρ, τις προσπάθειες διαμεσολάβησης του Ομάν».
Η ίδια κατέληξε λέγοντας ότι «έτσι, θα παραμείνει σε αυτό το επίπεδο διαμεσολάβησης. Είπε επίσης ότι μπορεί να βοηθήσει στην κρίση γύρω από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, αλλά συνολικά, πιστεύω ότι θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να παραμείνει αμέτοχη στρατιωτικά και θα προσπαθήσει μόνο να επηρεάσει το διπλωματικό μέτωπο».
Δείτε επίσης:
- Ε. Οζέρ: Μπορεί να υπάρξει σύγκρουση Τουρκίας – Ισραήλ στη Συρία
- Ο Τούρκος ΥΠΕΣ θέλει την Ιερουσαλήμ τουρκική – Σφοδρή ισραηλινή αντίδραση







