Τρίτη, 13 Απρίλιος 2021

Διακόσια χρόνια πριν: Μάρτιος 1821… Τι έγινε τότε;

Γράφει ο Βύρων Γ. Πολύδωρας

Θυμάμαι μέσω ζώσας παράδοσης, προφορικής ιστόρησης, αυθεντικής, μόλις τεσσάρων προσώπων-αφηγητών των προγόνων μου σε ευθεία γραμμή, για να εξανθρωπίσουμε τον χρόνο, πώς μπήκε ο Μάρτης τότε. Τέτοιες ημέρες, σαν τώρα.

Είχαμε βγει σ’εκείνα τα χωριά του Λυκαίου όρους (του γεωγραφικού τόπου στο τρίγωνο Ολυμπίας, Αρκαδίας, Μεσσηνίας) από έναν μάλλον βαρύ χειμώνα. Σύμφωνα με τον άγραφο και εθιμικό προγραμματισμό εργασίας/ιών τον Μάρτη μήνα δεν είχαμε βαριές δουλειές να κάνουμε.

Οδηγούσαμε τα ποίμνια των αιγοπροβάτων μας στον λόγγο για ελεύθερη βόσκηση, όχι στην ξηρά τροφή του χειμώνα, και τα νεογέννητα αρνοκάτσικά μας να πρωτομασήσουν χλωρό χορτάρι και μαλακά βλαστάρια από αγριοσπάραγγα και χαμηλές «λούζες», λόχμες πουρναρόθαμνων. Στα μαντριά τα κλαροδόμητα γίνονταν στα πλακόστρωτά τους εργασίες καθαρισμού και ενίσχυση με φρέσκες κλάρες των κεκλιμένων ημισφαιρικά πλευρών τους. Ήταν χαρά Θεού όταν τα «πράματα»-γιδοπρόβατα επέστρεφαν με το φεγγάρι της πρώτης άνοιξης για διανυκτέρευση στα φροντισμένα τώρα μαντριά τους.

Πίσω στα σπίτια τα λιθόκτιστα και τα πολλά της ξερολιθιάς πετρόχτιστα, του χωριού τα παιδιά βοηθούσαν στις δουλειές στον κήπο όπου καλλιεργούνταν τα λαχανοζαρζαβατικά. Και στα διαλείμματα έπαιζαν πετροπόλεμο με τα παιδιά από τις άλλες ρούγες-γειτονιές. Τα μικρά κορίτσια μάθαιναν πλέξιμο (φυσικά με το βελόνι) και ράψιμο κοντά στις γιαγιές τους. Και τα κορίτσια σε ηλικία γάμου έκαναν μαθητεία και κανονική ύφανση στον αργαλειό τους υπό την μαστορική διεύθυνση των μανάδων τους.

Οι παππούδες κάθε βράδυ συμμετείχαν στην τακτική σύνοδο των «γερουσιαστών» του χωριού, που ελάμβανε χώρα στο χαμηλοτάβανο, κάτι σαν ημιϋπόγειο, καφενείο, το αιώνια καπνισμένο και μαυρισμένο από τους καπνίζοντες και από το τζάκι που μπορεί να βρίσκονταν στη μέση του χώρου ή σε μια γωνιά του, όπου σερβίρονταν ένα ρακί ή ένας καφές ή ένα τσάϊ του βουνού (όλα μοσχοβολούσαν). Εκεί μάθαιναν τα νέα του χωριού, δηλαδή των συμβάντων στα σπίτια και στα χωράφια και στους τόπους ξύλευσης και βόσκησης των 30 περίπου εκτεταμένων/διευρυμένων οικογενειών, στις οποίες πρέπει συχνά να υπολογίσουμε περισσότερους του ενός παππούδες και θείους και ξαδέρφια (τα σόγια-γένη). Η φυσική και αυτοφυής γερουσία μας είχε σε συνδυασμό κριτηρίων την κατά ηλικία/αρχαιότητα και κατ’αξία φυσική ιεραρχία της.

Να τονίσουμε ότι η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν υπόθεση της εκτεταμένης οικογένειας. Εκεί μετρούσαμε τα εργατικά χέρια των παραγωγικών ανδρών, αλλά και των μαχητών/κλεφταρματωλών, τα ντουφέκια/καριοφίλια (από τη μάρκα των μακρύκαννων τουφεκιών Cario e figlio, ιταλικής κατασκευής του 18ου και 19ου αιώνα).

Στα πλαίσια της εκτεταμένης οικογένειας γίνονταν η επιλογή των έξυπνων παιδιών που θα πήγαιναν στο κρυφό σχολειό (στο γειτονικό μοναστήρι ή στην χαμηλή εκκλησιά) όπου θα μάθαιναν γράμματα με «διδακτέα» ύλη θαυμαστή: α) αλφαβήτα, β) αριθμητική, και γ) το ψαλτήρι τ.ε. τους ψαλμούς του Δαυΐδ, και το «Κτωήχι», με τροπάρια, έμμελης ποίησης, στους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής (4 ευθείς και 4 πλάγιους). Το γένος με αόρατα, πλην βαθέα και αληθινά προγράμματα (χωρίς υπουργεία και μανδαρινάτα) ελάμβανε ελληνοχριστιανική παιδεία.

Ο μεγάλος, ίσως ο μέγιστος, της νέας ελληνικής ζωγραφικής Νικόλαος Γύζης απαθανατίζει με έναν κατανυκτικό όσο και ρεαλιστικό τρόπο το «κρυφό σχολειό» στον ομώνυμο πίνακά του.

Και ο ποιητής Ιωάννης Πολέμης «ζωγραφίζει» στο ίδιο θέμα με τους στίχους:
«Ἀπ᾿ ἔξω μαυροφόρ᾿ ἀπελπισιά,
πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστὸ σκοτάδι,
καὶ μέσα στὴ θολόκτιστη ἐκκλησιά,
στὴν ἐκκλησιά, ποὺ παίρνει κάθε βράδυ
τὴν ὄψη τοῦ σχολειοῦ,
τὸ φοβισμένο φῶς τοῦ καντηλιοῦ
τρεμάμενο τὰ ὀνείρατα ἀναδεύει,
καὶ γύρω τὰ σκλαβόπουλα μαζεύει.»
Και κλείνει:
«Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη!
Ἡ λευτεριὰ σὰν τῆς αὐγῆς
τὸ φεγγοβόλο ἀστέριτῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει».

Να μη ξεχάσουμε και την «Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου» που κυκλοφορούσε σ’όλη τη Βαλκανική Χερσόνησο και στην ελληνική ύπαιθρο σε ποικίλες εκδόσεις, απλές ίσως και ευθηνές, όπου τα ιστορικά συμβάντα που κατόρθωνε ο Μεγαλέξανδρος συγχέονταν συνειδητά με τους μύθους που συνόδευαν αυτή τη θεία ελληνική μορφή του μέγιστου και παγκόσμιου προσώπου αναφοράς στον πόλεμο, στην εκστρατεία πολιτισμού και στη θέσπιση των βάσεων του παγκόσμιου ανθρωπισμού. Δεν είναι παράξενο ότι τα πολλά θέματα της «Φυλλάδας του Μεγαλέξανδρου» διαιωνίσθηκαν στον «Καραγκιόζη» (στο «θέατρο σκιών»).

Γιατί ήταν το μέγα ψυχαγωγικό υποκατάστατο του λαού μας από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους μέχρι τον 20ο αιώνα, με το οποίο δροσίζονταν η πονεμένη ψυχή τους και ζυμώνονταν η εθνική συνείδησή τους. Χωρίς τη συμβολή των σημερινών προφεσσόρων και Φαρισαίων φυσικά, που από καθέδρας, θέλουν ουδέτερα, άψυχα και σαν χειριστές ξένης υπόθεσης, και χωρίς την «εν τοις ιδίοις επιμέλειαν» (για να θυμηθούμε και τη διοίκηση αλλοτρίων του Αστικού Δικαίου) να διδάξουν, έννοιες ιερές, όπως έθνος, πατρίδα, χωρικά ύδατα και σύνορα. Αλλά με την ανάσα της συντροφικότητας των ταπεινών, απλών και αγαθών θεατών, που αντλούσαν ενστικτωδώς κάποιες σταγόνες εθνικής-νατιβιστικής υπόστασης. Μπορεί να ήσαν πένητες, λιπόσαρκοι και πεινώντες.

Ήσαν όμως ηθικά και πνευματικά πλήρεις, ώριμοι και αυτάρκεις. Γεμάτοι από ατομική και συλλογική αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια, τ.ε. διέθεταν την πρώτη ύλη, το πολύπλαγκτο της ελευθερίας τους. Με αυτές τις ψυχοπνευματικές ουσίες μέσα τους οι σκληροτράχηλοι βιοπαλαιστές του αγρού και της στάνης σε ώρες συναγερμού γίνονταν, μεταμορφώνονταν σε άγριες πολεμικές μηχανές. Σαν τους αρχαίους Σπαρτιάτες.

Εκείνες τις μέρες, τότε, του Μαρτίου 1821 μάθαιναν τα νέα από το μακρινό Ισμαήλι της Βεσσαραβίας, όπου οι Φιλικοί, τον Δεκέμβριο του 1820 απεφάσισαν την Επανάσταση. Τα νέα έφθαναν αστραπιαία. Όχι με φρυκτωρίες, αλλά με ταξιδιώτες και με αλυσίδα φιλικών συνδέσμων. Και η ψυχή τους ριγούσε. Μόλις είχαν στεγνώσει τα δάκρυά τους από το αίμα των Ορλωφικών του 1770. Είχαν ξαναχτίσει τα χαλάσματα των κατακαημένων «σπιτιών» τους, είχαν ξαναγεμίσει τα αμπάρια τους με καρπό. Οι τουρκαλβανοί που είχαν κατεβάσει για την καταστολή της επανάστασης (της προδομένης) του 1770 – και ήσαν πολλοί, πάνω από 30.000 – κατέσφαξαν, κατέκαυσαν και εδήωσαν τον Μοριά.

Τον Μάρτιο του ’21 ήμασταν ξανά έτοιμοι. Στις 22 του Φλεβάρη, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης υψώνει τη σημαία με τον σταυρό και διαβαίνει με τα στρατεύματα του τον Προύθο ποταμό (παραπόταμο του Δούναβη) και μπαίνει στο Ιάσιο της Μολδαβίας. Και κηρύσσει την Επανάσταση με την περίφημη προκήρυξή του: «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Από το Ιάσιο προχώρησε/εξόρμησε προς Βουκουρέστι, Καρπάθια και Δραγατσάνι (τον τόπο θυσίας του Ιερού Λόχου, 7 Ιουνίου 1821).

Μέρες του Μάρτη, λοιπόν. Εσείονταν η γη. Ένας υπόγειος καλπασμός σαν από χίλια άλογα έφθανε σαν ηχώ στις καρδιές των πολεμιστών στα χωριά του Μοριά. Μια αυτόματη κινητοποίηση, μια ετοιμασία για τη μεγάλη γιορτή της λευτεριάς, εντείνονταν. Στα σιδεράδικά τους δεν ατσάλωναν αυτή τη φορά τα υνιά των αρότρων τους, ούτε τις πλατιές αξίνες τους. Αυτή τη φορά ήταν η ώρα των φοβερών σπαθιών («σιδερομαχαίρες του γύφτου»). Δεν ήσαν τα σπαθιά των δικών μας ορεσίβιων κλεφταρματωλών ούτε ευθείες «τολεντάνες» (από το Τολέδο), ούτε δαμασκηνά που έκοβαν στην κόψη τους το μετάξι.

Δεν είχαμε στο ξεκίνημα άρτιο εξοπλισμό. Στην πορεία και στις μάχες αποκτούσαμε με τη λεία πολέμου από τον εχθρό. Και το τσοπανόπουλο έγινε αγνώριστο στα μάτια του αρχηγού Θ. Κολοκοτρώνη, όταν μετά από μια μάχη, τού παρουσιάστηκε σαν αστακός, οπλισμένος με όπλα τούρκικα. Είχαμε στο ξεκίνημα, τα μακριά δίκρανα του αλωνίσματος, τα άθραυστα στειλιάρια οξιάς με τις βαριές αξίνες στην άκρη τους, δυο μπιστόλες όχι και τόσο φιλοτεχνημένες, το πολύτιμο κι αγαπημένο καριοφίλι μας, το πανάκριβο και πανέμορφο, το πλουμιστό.

Είχαμε, χωρίς υπερβολή, τα σιδερένια από την αέναη χειροναξία μπράτσα μας και τα αλτικά πόδια μας. Πηδούσαν τα παλικάρια, στη σκόλη τους, τέσσερα άλογα στην αράδα. Το άθλημα να το φαντασθούμε σαν ένα είδος «πλάγιου ίππου» στο τετραπλούν της ενόργανης γυμναστικής. Ή έτρεχαν δρόμο επί ανωμάλου και στις πλαγιές των υψωμάτων. Αυτοί ήμασταν. Εννοείται, ότι επικαλούμαι τον «τοπικισμό», όχι από εγωϊσμό, αλλά ως επαγωγική αναφορά. Όλη η Ελλάδα, χερσαία, βουνίσια και νησιωτική, ήταν μέσα στο ίδιο πνεύμα της τελικής ευθείας για τον ξεσηκωμό του φοβερού διλήμματος: Ελευθερία ή Θάνατος.

Και βρεθήκαμε παρόντες και ετοιμοπόλεμοι και νικητές στην πρώτη εκ του συστάδην μάχη του αγώνα, στον Άη Θανάση της Καρύταινας, στον Αλφειό, στις 27 Μαρτίου 1821, τέσσερις ημέρες μετά την απελευθέρωση και παράδοση της Καλαμάτας από τον Αρναούτογλου Πασά στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις 23 Μαρτίου 1821.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ