Τα τελευταία χρόνια, το θέμα του χαμηλού ποσοστού γεννήσεων αναδεικνύεται ως μία από τις πιο κρίσιμες προκλήσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Αν όμως κοιτάξουμε πέρα από τους αριθμούς, θα ανακαλύψουμε ένα σύνθετο ψυχολογικό υπόστρωμα που συνδέεται με το άγχος για το μέλλον, την οικονομική ανασφάλεια και το φαινόμενο της παρατεταμένης ενηλικίωσης.
Οι αριθμοί που προβληματίζουν
Ευρώπη
- Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, το συνολικό ποσοστό γονιμότητας (Total Fertility Rate) στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2023 διαμορφώθηκε στα 1,38 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού που απαιτείται (περίπου 2,1).
- Το 2023 γεννήθηκαν στην Ε.Ε. 3,67 εκατομμύρια παιδιά, αριθμός μειωμένος κατά 5,4% σε σχέση με το 2022 – η μεγαλύτερη ετήσια πτώση που έχει καταγραφεί από το 1961.
- Η μέση ηλικία της μητέρας κατά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού συνέχισε να αυξάνεται, φτάνοντας το 2023 τα 29,8 έτη (από 28,8 το 2013), ενώ οι γεννήσεις από γυναίκες 40 ετών και άνω ανήλθαν στο 6,1% του συνόλου, με χώρες όπως η Ελλάδα να εμφανίζουν ακόμη υψηλότερα ποσοστά.
Ελλάδα
- Συγκεκριμένα για τη χώρα μας, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας βρίσκεται σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα, περίπου στα 1,26 παιδιά ανά γυναίκα, καθιστώντας την μία από τις χαμηλότερες στην Ε.Ε.
- Η μέση ηλικία απόκτησης πρώτου παιδιού προσεγγίζει τα 31 έτη, ενώ οι γεννήσεις μετά τα 40 παρουσιάζουν συνεχή άνοδο.
- Παράλληλα, καταγράφεται έντονο δημογραφικό γήρας: το ποσοστό των ηλικιωμένων στον συνολικό πληθυσμό της χώρας αυξάνεται σταθερά, επηρεάζοντας το εργατικό δυναμικό, το ασφαλιστικό σύστημα και τις κοινωνικές δομές.
Εύλογο είναι ότι τα παραπάνω στατιστικά δεν μπορούν να ιδωθούν αποκομμένα από τη σημερινή κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Οι νέοι ενήλικες εισέρχονται σε μια ζωή γεμάτη αβεβαιότητα, χωρίς τα σταθερά «θεμέλια» που προσέφεραν παλαιότερα οι σίγουρες εργασιακές συνθήκες, το χαμηλό κόστος στέγασης και η κοινωνική συνοχή. Όμως, το φαινόμενο δεν είναι μόνο οικονομικό ή δημογραφικό. Έχει ταυτόχρονα ψυχολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις.
Η παρατεταμένη ενηλικίωση: το φαινόμενο της εποχής
Τα τελευταία χρόνια, ο όρος «παρατεταμένη ενηλικίωση» περιγράφει μια πραγματικότητα, κατά την οποία οι νέοι καθυστερούν να περάσουν στα στάδια που παραδοσιακά ορίζονταν ως «ενήλικη ζωή»: οικονομική ανεξαρτησία, σταθερή εργασία, δημιουργία οικογένειας.
Στην Ελλάδα, πολλοί νέοι καθυστερούν να φύγουν από το πατρικό τους σπίτι. Αυτή, όμως, η παρατεταμένη εξάρτηση επηρεάζει την αίσθηση αυτονομίας και ωριμότητας, κάνοντας τη μετάβαση στη γονεϊκότητα πιο δύσκολη.
Ο φαύλος κύκλος εξάρτησης και ανασφάλειας γίνεται ακόμη πιο έντονος, όταν υπάρχει overparenting, δηλαδή γονείς που παρεμβαίνουν συνεχώς στη ζωή των παιδιών τους. Το φαινόμενο του overparenting ή «helikopter-γονείς» ενισχύει αυτή την κατάσταση, καθώς οι συνεχείς παρεμβάσεις μειώνουν την αίσθηση ανεξαρτησίας και ωριμότητας, περιορίζοντας έτσι την ανάπτυξη δεξιοτήτων αυτονομίας, αλλά και την εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις.
Το αποτέλεσμα: αναβολή της γονεϊκότητας, εξαιτίας του φόβου ότι δεν θα τα καταφέρουν ή ότι δεν είναι αρκετά ώριμοι για να αναλάβουν έναν τόσο σημαντικό ρόλο.
Generation Burnout
Η συναισθηματική και σωματική εξάντληση, έχει γίνει σχεδόν ταυτόσημη με την καθημερινότητα των νέων ενηλίκων. Πολλοί ζουν σε έναν κύκλο υπερβολικής πίεσης: ασταθή εργασιακά ωράρια, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, υψηλές απαιτήσεις και συνεχή ανάγκη αυτοβελτίωσης.
Η ερώτηση που ακούω συχνά σε συνεδρίες είναι: «Πώς να φέρω ένα παιδί στον κόσμο όταν δεν είμαι σίγουρος-η ότι είμαι σε θέση να φροντίσω μόνος-η τον εαυτό μου;»
Αυτή η φράση αποτυπώνει με ακρίβεια την ψυχική κατάσταση μιας γενιάς που παλεύει να διατηρήσει την ισορροπία της σε ένα περιβάλλον υπερ-απαιτητικό.
Το burnout περιορίζει τη συναισθηματική διαθεσιμότητα και την αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας. Όταν κάποιος ήδη νιώθει ότι λειτουργεί «στα όρια» του, είναι δύσκολο να βιώσει την ιδέα της γονεϊκότητας ως πηγή χαράς και νοήματος, αλλά αντίθετα ως απειλή για περαιτέρω εξάντληση.
Ο φόβος της ευθύνης και η καλλιέργεια της κουλτούρας της τελειότητας
Οι νέοι σήμερα βιώνουν τη γονεϊκότητα σαν μια σειρά απαιτήσεων που πρέπει να εκτελούνται «τέλεια»: σωστή διατροφή, άρτια εκπαίδευση, τέλειες δραστηριότητες και συνεχής συναισθηματική ανταπόκριση.
Ακόμα, η υπερπληροφόρηση από τα μέσα και η διαρκής σύγκριση με τα πρότυπα που προβάλλονται μέσα από αυτά δημιουργούν έντονη πίεση στους νέους κάνοντας πολλούς να αναρωτιούνται: «Κι αν δεν είμαι αρκετά καλός γονιός;». Ο εσωτερικός αυτός φόβος συχνά οδηγεί σε αναβολή που δε γίνεται ποτέ απόφαση.
Τι χρειάζεται να αλλάξει;
Η υπογεννητικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ατομικό πρόβλημα ή ως έλλειψη διάθεσης των νέων περί ανάληψης ευθυνών. Είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο και χρειάζεται μια ολιστική αντιμετώπιση.
Σε ψυχοθεραπευτικό επίπεδο, είναι κριτικής σημασίας η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, η επεξεργασία των φόβων, η καλλιέργεια του αισθήματος ασφάλειας και η εκπαίδευση σε τεχνικές διαχείρισης άγχους.
Πέραν όμως του ατομικού παράγοντα, εξαιρετικά κρίσιμος είναι κι ο ρόλος της πολιτείας. Η πολιτεία, με τη σειρά της, οφείλει να παρέχει σταθερές εργασιακές συνθήκες, εργασιακή ευελιξία στις νέες μητέρες, πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγαση και ουσιαστικές πολιτικές στήριξης οικογένειας.
Ένας νέος τρόπος να δούμε τη γονεϊκότητα
Εν κατακλείδι, το ζήτημα της υπογεννητικότητας δεν έχει να κάνει μόνο με των αριθμό των νέων γεννήσεων, αλλά κυρίως με το πώς νιώθουν οι νέοι στην προσπάθειά τους να χτίσουν τη ζωή τους.
Αν θέλουμε πραγματικά να ενθαρρύνουμε την τεκνοποίηση, χρειάζεται να στηρίξουμε την πορεία των νέων προς την αυτονόμηση και την ανεξαρτησία, να κατανοήσουμε το συναισθηματικό βάρος που κουβαλά αυτή η γενιά και να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος ασφάλειας, στήριξης και ευκαιριών, στο οποίο η επιθυμία για οικογένεια θα μπορεί να ανθίσει.
Δείτε επίσης:
Σιγόκαιγε 40 χρόνια η δημογραφική «βόμβα» σε Έβρο, Καβάλα, Δράμα και Σέρρες
Υπογεννητικότητα: Η πολυπληθής Τουρκία παίρνει μέτρα – Η Ελλάδα παραμένει αδρανής

