Με αυστηρή ιεραρχική δομή, διεθνείς διασυνδέσεις, υψηλό βαθμό οργάνωσης και χαρακτηριστικά κανονικής βιομηχανικής επιχείρησης, λεουτργούσε η εγκληματική οργάνωση διακίνησης λαθραίων καπνικών προϊόντων, την οποία εξάρθρωσε η ΕΛΑΣ.
«Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται το οργανωμένο έγκλημα στη σύγχρονη εποχή: όχι αποσπασματικά, αλλά με δομή, διάρκεια και καθαρά επιχειρηματικά χαρακτηριστικά» τόνισε ο διευθυντής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ), υποστράτηγος Φώτης Ντουίτσης, κατά την επίσημη παρουσίαση της υπόθεσης στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.
Όπως ανέφερε, «δεν πρόκειται για ευκαιριακή παραβατικότητα, αλλά για ένα πολυσύνθετο παράνομο οικονομικό σύστημα, με πλήρη καθετοποίηση και αυστηρούς συνωμοτικούς κανόνες».
«Κινέζος», «καρούμπαλο» και αυστηρή ιεραρχία
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η ΕΛΑΣ, η εξάρθρωση της οργάνωσης έγινε έπειτα από ευρείας κλίμακας επιχείρηση στις 6 Ιανουαρίου, με τη συμμετοχή περίπου 300 αστυνομικών σε Αττική, Στερεά Ελλάδα, Εύβοια και Μαγνησία. Συνελήφθησαν 26 άτομα, μεταξύ των οποίων και οι δύο φερόμενοι αρχηγοί, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται επιπλέον 13 κατηγορούμενοι, ανάμεσά τους και ένας αστυνομικός.
Όπως εξήγησε ο υποστράτηγος Φώτης Ντουίτσης, οι αρχηγοί της οργάνωσης «λειτουργούσαν ως αφανείς κεντρικοί καθοδηγητές, λαμβάνοντας αυξημένα μέτρα ασφαλείας και αποφεύγοντας κάθε άμεση επιχειρησιακή έκθεση».
Η επικοινωνία των μελών γινόταν με χρήση κωδικής ορολογίας. Όπως ανέφεραν στελέχη της ΕΛΑΣ κατά την παρουσίαση, «τα επιχειρησιακά οχήματα αναφέρονταν ως “κινέζος” και “πορτοκαλί”, οι αστυνομικές δυνάμεις ως “καρούμπαλο”, ενώ οι αχυράνθρωποι αποκαλούνταν “τσουβάλια”».

Παράνομα εργοστάσια και διεθνές δίκτυο διακίνησης
Η εγκληματική οργάνωση διέθετε, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, παράνομες εγκαταστάσεις επεξεργασίας καπνού και παραγωγής τσιγάρων, κυρίως σε περιοχές της Αττικής και της Στερεάς Ελλάδας, καθώς και χώρους αποθήκευσης και παλετοποίησης. Τα προϊόντα τυποποιούνταν σε πλαστά πακέτα που έφεραν σήματα νόμιμων καπνοβιομηχανιών και στη συνέχεια μεταφέρονταν, κυρίως με φορτηγά οχήματα, προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτες χώρες.
Όπως επισημάνθηκε από την ΕΛΑΣ, «από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2025 έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 15 παραδόσεις φορτίων λαθραίων τσιγάρων», με τη δράση της οργάνωσης να διακόπτεται προσωρινά έπειτα από κατασχέσεις σε Ρουμανία και Πολωνία, πριν επανεκκινήσει.

Μετρητά, πολυτελή αντικείμενα και ξέπλυμα χρήματος
Η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Κωνσταντία Δημογλίδου, ανέφερε κατά την παρουσίαση ότι «η οικονομική λειτουργία της οργάνωσης βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στη χρήση μετρητών, προκειμένου να αποφεύγεται κάθε τραπεζικό ίχνος».
Όπως είπε χαρακτηριστικά, «η καταβολή μισθωμάτων, η προμήθεια πρώτων υλών και η κάλυψη λειτουργικών εξόδων γίνονταν χωρίς τραπεζικές συναλλαγές, με φυσικές πληρωμές από επιλεγμένο μέλος της οργάνωσης».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η οικονομική ζημία για το Δημόσιο από διαφυγόντες φόρους και δασμούς εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 7 εκατ. ευρώ, ενώ τα αρχηγικά μέλη φέρονται να είχαν συγκεντρώσει μεγάλα χρηματικά ποσά, αντικείμενα υψηλής αξίας και περιουσιακά στοιχεία, τα οποία τελούν υπό έρευνα.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, ενώ η προανάκριση συνεχίζεται.

Δείτε επίσης:
Στη φάκα 25 άτομα για κύκλωμα λαθραίων τσιγάρων – Ανάμεσά τους ιδιοκτήτης γυμναστηρίου

