Σταθερό διψήφιο προβάδισμα έναντι της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ) του Αλέξη Τσίπρα διατηρεί η Νέα Δημοκρατία, σύμφωνα με τη νέα δημοσκόπηση της GPO που δημοσιεύεται σήμερα, Δευτέρα 13 Ιουλίου, στο iefimerida.gr. Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ παραμένει στην τρίτη θέση, ενώ ιδιαίτερα σημαντική υποχώρηση καταγράφει το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, το οποίο υποχωρεί στην έκτη θέση της κατάταξης.
Τα ευρήματα της μέτρησης αποτυπώνουν μια σύνθετη πολιτική εικόνα: η κυβέρνηση εμφανίζει σημάδια φθοράς λόγω της κοινωνικής δυσαρέσκειας, ωστόσο η αντιπολίτευση αδυνατεί μέχρι στιγμής να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε εκλογική δυναμική.
Η ΝΔ διατηρεί καθαρό προβάδισμα
Στην πρόθεση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία προηγείται της ΕΛΑΣ με διαφορά 11,2 ποσοστιαίων μονάδων. Το κυβερνών κόμμα συγκεντρώνει ποσοστό 25,7%, έναντι 14,5% της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης.
Ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ με 9,5%, η Ελληνική Λύση και το ΚΚΕ με 8%, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» με 6,1%, η Πλεύση Ελευθερίας με 4%, η Φωνή Λογικής με 2,8%, ενώ Νίκη και ΜέΡΑ25 καταγράφουν από 1,5%. Ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίζεται στο 1,4%, ενώ το 4,6% δηλώνει προτίμηση σε άλλο κόμμα.
Στην εκτίμηση ψήφου, η διαφορά μεταξύ ΝΔ και ΕΛΑΣ διευρύνεται στις 12,7 μονάδες. Η Νέα Δημοκρατία φτάνει το 29,3%, η ΕΛΑΣ το 16,6%, το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ το 10,8%, ενώ Ελληνική Λύση και ΚΚΕ συγκεντρώνουν από 9,1%.
Ακολουθούν η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» με 7%, η Πλεύση Ελευθερίας με 4,6%, η Φωνή Λογικής με 3,2%, Νίκη και ΜέΡΑ25 με 1,7%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφεται στο 1,6%.

Δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση, αδυναμία της αντιπολίτευσης
Παρά το προβάδισμα της ΝΔ, η κοινωνική εικόνα παραμένει επιβαρυμένη. Η πλειοψηφία των πολιτών αξιολογεί αρνητικά τους κυβερνητικούς χειρισμούς, με το 68,6% να εκφράζει δυσαρέσκεια.
Ωστόσο, η φθορά της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται σε πολιτικό κέρδος για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ιδιαίτερα χαμηλή είναι η αξιολόγηση του έργου του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, καθώς μόλις το 5,1% το κρίνει θετικά και το 13,5% μάλλον θετικά. Αντίθετα, το 24,9% το αξιολογεί μάλλον αρνητικά και το 54,7% αρνητικά, με τη συνολική αρνητική αξιολόγηση να φτάνει το 79,6%.
Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η κυβερνητική φθορά δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δημιουργώντας ένα σκηνικό πολιτικής ρευστότητας, όπου η δυσαρέσκεια παραμένει χωρίς σαφή αποδέκτη.

Η κοινωνία βλέπει στασιμότητα στις κυβερνητικές περιόδους
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση της σημερινής κατάστασης με τις προηγούμενες κυβερνητικές περιόδους. Οι πολίτες δεν εμφανίζονται να δίνουν ξεκάθαρη υπεροχή ούτε στη διακυβέρνηση της ΝΔ ούτε στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Το 41,5% δηλώνει ότι η προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση παραμένει ίδια, ενώ το 28,9% θεωρεί ότι τα πράγματα ήταν καλύτερα κατά τα επτά χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ. Αντίθετα, το 26,7% εκτιμά ότι η κατάσταση ήταν καλύτερη επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει περισσότερο ένα αίσθημα στασιμότητας παρά μια σαφή πολιτική επιβράβευση ή απόρριψη κάποιας περιόδου. Η κυβέρνηση φαίνεται να κρίνεται πλέον περισσότερο με βάση τα σημερινά προβλήματα και λιγότερο μέσα από τη σύγκριση με το παρελθόν.
Η ακρίβεια παραμένει το κυρίαρχο κριτήριο ψήφου
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, η οικονομική πίεση εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που επηρεάζει τις πολιτικές επιλογές των πολιτών. Η ακρίβεια αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο ζήτημα για το 68,5% των ερωτηθέντων.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζουν τα θεσμικά και κοινωνικά ζητήματα, τα οποία συγκεντρώνουν υψηλά ποσοστά αναφοράς, ενώ συνολικά η εμπιστοσύνη προς τα πολιτικά κόμματα παραμένει περιορισμένη.
Η αρνητική αξιολόγηση της κυβέρνησης εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις ηλικιακές ομάδες, με μεγαλύτερη ένταση στις παραγωγικές ηλικίες, δηλαδή στους πολίτες που βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένες οικονομικές και οικογενειακές υποχρεώσεις.
Ενισχύεται η πιθανότητα ψήφου σε νέο κόμμα Σαμαρά
Την ίδια στιγμή, η πιθανότητα ψήφου σε ένα νέο πολιτικό σχηματισμό υπό τον Αντώνη Σαμαρά εμφανίζεται αυξημένη σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση του Ιουνίου.
Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι είναι «πολύ» ή «αρκετά πιθανό» να ψηφίσουν ένα τέτοιο κόμμα αυξάνεται από 9,2% σε 12,3%, ενώ όσοι θεωρούν «πολύ πιθανή» μια τέτοια επιλογή διαμορφώνονται στο 4,6%.
Η τάση αυτή καταγράφει την ύπαρξη ενός τμήματος του εκλογικού σώματος που αναζητά διαφορετική πολιτική έκφραση, χωρίς ωστόσο να έχει διαμορφωθεί ακόμη πλήρης εικόνα για τη δυναμική ενός νέου κόμματος.
Δείτε επίσης:
ΕΛΑΣ: Αποκάλυψε τα 400+1 πρόσωπα του Εθνικού Συμβουλίου






