Η υπόθεση της τηλεδιάσκεψης-φάρσας εις βάρος του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού, Θάνου Ντόκου, συνιστά ασφαλώς μεγάλο προσωπικό ολίσθημα. Κυρίως όμως, αποκαλύπτει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο αφενός τις αδυναμίες ενός ολόκληρου συστήματος διακυβέρνησης, και αφετέρου μια ορισμένη αντίληψη για την εξωτερική πολιτική, την εθνική κυριαρχία και την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας.
Τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι πολλά και κρίσιμα.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι καταρχήν θεσμικό και απευθύνεται ευθέως προς τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Για ποιό λόγο, επί σχεδόν επτά χρόνια, επέλεξε να στηριχθεί αποκλειστικά σε ένα Σύμβουλο, ενώ είχε κάθε δυνατότητα να συγκροτήσει ένα πραγματικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, με περισσότερα ικανά μέλη, συλλογική επεξεργασία, διαβούλευση συγκροτημένης στρατηγικής, διασταύρωση εκτιμήσεων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου;
Είναι δυνατόν η εθνική ασφάλεια να εξαρτάται από την κρίση ενός και μόνο ανθρώπου, όσο ικανός κι αν υποθέσουμε ότι μπορεί να είναι; Στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος ο κ. Ντόκος παραδέχθηκε δημόσια χθες ότι επί αρκετά λεπτά δεν είχε καν αντιληφθεί πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον συνομιλητή του! Αν αυτό μπορεί να συμβεί στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο προσωπικό και ατομικό. Είναι πρωτίστως θεσμικό και κατ᾽ επέκταση άκρως πολιτικό.
Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι το συμβάν αυτό δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από την άχρι τούδε δημόσια διαδρομή του κ. Θάνου Ντόκου. Δεν είναι καν η πρώτη φορά που δημόσιες τοποθετήσεις του και λοιπές ενέργειές του γεννούν εύλογα ερωτήματα για την πολιτική κρίση του και ικανότητα, αλλά και την ανεξαρτησία των παρεμβάσεών του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, θυμίζουμε, υπήρξε ο προ ετών δημόσιος απαξιωτικός χαρακτηρισμός του Λίβυου στρατηγού Χαφτάρ από τον κ. Ντόκο ως «κουτσού αλόγου». Εκτίμηση που αποδείχθηκε τουλάχιστον επιπόλαιη, καθώς οι εξελίξεις στη Λιβύη, το τουρκολιβυκό, και οι μετέπειτα επαφές της ελληνικής κυβέρνησης με την πλευρά Χαφτάρ κατέδειξαν ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη απ᾽ όσο είχε εκτιμηθεί και παρουσιαστεί.
Ανάλογη εικόνα δημιουργήθηκε και κατά τη συνέντευξη του κ. Ντόκου τις προάλλες στο Al Arabiya, σχετικά με την απομάκρυνση των συστημάτων Patriot από την Κάρπαθο. Αντί να εκπέμπει τη βεβαιότητα που οφείλει να χαρακτηρίζει τον ανώτατο σύμβουλο εθνικής ασφαλείας κυρίαρχου κράτους, η δημόσια παρουσία του ήταν κραυγαλέα περίπτωση απολογητικής διαχείρισης απέναντι σε επίμονο δημοσιογραφικό έλεγχο, έστω και κατευθυνόμενο. (Για το παλαιότερο ζήτημα της διαρροής πληροφοριών με email του προς συνεργάτες του Ερντογάν, σας παραπέμπω στα WikiLeaks).
Ωστόσο, με την ίδια στάση που είχε στο Al Arabiya, επανεμφανίσθηκε τώρα και στη συνομιλία με τους Ρώσους φαρσέρ. Αντί η συζήτηση να κινηθεί γύρω από την προστασία της ελληνικής κυριαρχίας και την απαίτηση λογοδοσίας για το περιστατικό με τον ουκρανικό θαλάσσιο δρόνο στη Ζάκυνθο που δημιούργησε σοβαρό ζήτημα ασφαλείας, ο κ. Ντόκος εμφανίστηκε στον …«Ουκρανό ομόλογό του» να δίνει έμφαση στις επιπτώσεις στον τουρισμό, στο πολιτικό κόστος, και στην ανάγκη να αποφευχθούν εντάσεις ενόψει μάλιστα των επικείμενων εκλογών «σε λίγους μήνες» (αδειάζοντας έτσι και τον Πρωθυπουργό που μιλά για εκλογές στην ώρα τους, του χρόνου!). Ενώ οι επανειλημμένες διατυπώσεις του τύπου «ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε…» δεν συνάδουν, κατά την άποψή μου, με το ανάστημα και το ύφος που οφείλει να εκπέμπει ο κορυφαίος, και μοναδικός, σύμβουλος εθνικής ασφαλείας της Ελλάδας. Τη στιγμή μάλιστα που έχουμε δώσει στους Ουκρανούς γή και ύδωρ.
Τα ανωτέρω όμως δεν είναι άσχετα μεταξύ τους: συγκροτούν ένα σταθερό μοτίβο πολιτικής σκέψης μιας σχολής γνωστής στους Έλληνες. Πρόκειται για τη σχολή που επί χρόνια υποστηρίζει ότι οι κρίσεις αντιμετωπίζονται κυρίως με κατευναστική διαχείριση, παρακάλια, «ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας» και «αποφυγή της έντασης». Αυτή η λογική του κατευνασμού, η οποία έχει επηρεάσει σημαντικά και επιζήμια την ελληνική εθνική κυριαρχία, αποτυπώθηκε με τρόπο συμβολικό και στη συγκεκριμένη παροιμιώδη συνομιλία. Κάτι που δεν θα πρέπει να ξενίζει βέβαια τον στοιχειωδώς εξοικειωμένο με το ΕΛΙΑΜΕΠ.
Κι έρχομαι στα ερωτήματα για τα πρότυπα ασφαλείας. Πώς πραγματοποιήθηκε μια τέτοια επικοινωνία; Γιατί δεν εφαρμόστηκαν από τον ίδιο τον κ. Ντόκο θεμελιώδη πρωτόκολλα επαλήθευσης του συνομιλητή; Γιατί μια τόσο ευαίσθητη επικοινωνία διεξήχθη άνευ αυστηρών διαδικασιών που θα ανέμενε κανείς από τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας;
Επιπλέον, προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι στη συνομιλία έγιναν αναφορές σε ζητήματα που αφορούσαν τη δραστηριότητα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, και δη του Αρχηγού της, καθώς και σε επικείμενη διμερή συμφωνία της Ελλάδας με την Ουκρανία. Ανεξαρτήτως του βαθμού διαβάθμισης των πληροφοριών αυτών, αναρωτιέται κανείς αν ήταν σκόπιμο να αποτελέσουν αντικείμενο επικοινωνίας της οποίας δεν είχε προηγηθεί καμία ασφαλής ταυτοποίηση.
Ωστόσο, εκεί που η φάρσα αγγίζει το άκρον άωτον είναι όταν, απαντώντας στην επίκληση του συνομιλητή του ότι η Ουκρανία βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία, ο κ. Ντόκος παρατηρεί – προτείνοντάς τους ως εναλλακτική! (αυτό μπορώ να το καταλάβω ως βρετανικό χιούμορ) – ότι οι Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι δεν έρχονται πλέον στην Ελλάδα, αλλά πηγαίνουν στην Τουρκία και σε άλλες χώρες. Όσοι είδαν το επίμαχο σημείο, θα συμφωνήσουν πιθανότατα ότι η διατύπωση αυτή μοιάζει να υποδεικνύει πως, εφόσον οι Ουκρανοί αναζητούν ρωσικούς στόχους, αυτοί βρίσκονται πλέον εκτός Ελλάδας, στην Τουρκία και αλλού! Ανεξάρτητα, πάντως, από το πώς θα ερμηνεύσει κανείς τη φράση, τίθεται το ερώτημα αν ένας Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας όφειλε να εισέλθει σε μια τέτοια συζήτηση με πρόσωπα που θεωρούσε ότι εκπροσωπούν ξένη κυβέρνηση.
Η δημόσια εμφάνιση του κ. Ντόκου με μαγνητοσκοπημένο μήνυμά του, εν είδει damage control, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ χθες το βράδυ, αντί να περιορίσει τις εντυπώσεις, τις ενίσχυσε. Τη στιγμή μάλιστα που δεν υπήρξε ούτε καν υποψία για μία στοιχειώδη έκφραση συγγνώμης προς τον ελληνικό λαό για το πλήγμα που, με απόλυτη ευθύνη του Πρωθυπουργού και του Συμβούλου του της Εθνικής Ασφαλείας, υπέστη το κύρος της χώρας μας. Αντιθέτως, η προσπάθεια περιορίστηκε, ως συνήθως, σε αιτιολόγηση και δικαιολόγηση όσων συνέβησαν!
Όμως η πολιτική ευθύνη δεν σταματά στον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας. Ο κ. Ντόκος είναι προσωπική επιλογή του Πρωθυπουργού. Η δομή μέσα στην οποία λειτουργεί είναι επίσης επιλογή του Πρωθυπουργού. Και άρα, εάν η κυβέρνηση θεωρεί ότι επρόκειτο για μια «πρωτοφανή υβριδική επίθεση», οφείλει να εξηγήσει γιατί το σύστημα προστασίας της ανώτατης πολιτικής ηγεσίας αποδείχθηκε τόσο ευάλωτο. Αν, αντίθετα, επρόκειτο απλώς για μια συνήθη επιτυχημένη εξαπάτηση, όπως οι ίδιοι οι φαρσέρ δήλωσαν κορυφώνοντας τον κυβερνητικό διασυρμό, τότε τα ερωτήματα για την επάρκεια των αξιωματούχων της κυβέρνησης και του περί αυτήν πολιτικού συστήματος, καθίστανται ακόμη πιο επιτακτικά.
Πέραν των επιχειρησιακών αδυναμιών, που τις ζήσαμε εξάλλου με τρόπο φριχτά τραγικό στη Λιβύη, η φάρσα αυτή αποκάλυψε μια συγκεκριμένη νοοτροπία. Μια ορισμένη αντίληψη η οποία αντιμετωπίζει τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικής ασφάλειας, και εθνικής κυριαρχίας περισσότερο με όρους διαχείρισης συνεπειών και damage control, παρά με όρους αποτροπής και προβολής ισχύος. Μια αντίληψη φοβική, παρακλητική και, τελικά, μαλθακή απέναντι στις προκλήσεις.
Επιμηθείς αντί Προμηθείς. Αυτός είναι ο πραγματικός διασυρμός. Γι᾽ αυτόν το διασυρμό η πολιτική ευθύνη ασφαλώς και δεν μπορεί να περιοριστεί στον Θάνο Ντόκο. Ανήκει πρωτίστως σε εκείνον που τον επέλεξε, και που οργάνωσε έτσι το σύστημα εθνικής ασφαλείας και υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας της χώρας.
Τί κι αν η κυβέρνηση διατυμπανίζει ότι δεν διέρρευσαν διαβαθμισμένες πληροφορίες; Αυτό όχι μόνο δεν εξαντλεί την ουσία του ζητήματος, αλλά και σε μεγάλο βαθμό παραπλανά. Διότι η σοβαρότερη πληροφορία που μπορεί να αποκομίσει ένας αντίπαλος δεν είναι ούτε ένα απόρρητο έγγραφο ούτε μια ευαίσθητη συνομιλία. Αλλά η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο σκέπτεται, αξιολογεί και λαμβάνει αποφάσεις η πολιτική ηγεσία μιας χώρας. Είναι το να διακρίνει την πολιτική κουλτούρα της, τα αντανακλαστικά της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και πραγματώνει την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας και ισχύος.
Οπότε, αν κάτι αποκάλυψε αυτή η φάρσα – διασυρμός, δεν είναι τόσο το περιεχόμενο της συνομιλίας όσο η εικόνα που εξέπεμψε η ελληνική κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα θέματα εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας. Αυτό είναι το κρισιμότερο πολιτικό ζήτημα που αφήνει πίσω της η συγκεκριμένη υπόθεση. Ένα ζήτημα για το οποίο ασφαλώς και δεν είναι αρκετή η παραίτηση μόνον του ΣΕΑ κ. Θάνου Ντόκου…
Δείτε επίσης:

