Η πρόσφατη έκθεση του Ρούπερτ Λόου, ηγέτη του Restore Britain, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα των οργανωμένων συμμοριών σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων στη Βρετανία. Η έκθεση, η οποία βασίστηκε σε μαρτυρίες θυμάτων, δικαστικά αρχεία και προηγούμενες έρευνες, υποστηρίζει ότι το φαινόμενο δεν περιοριζόταν σε μεμονωμένες περιοχές, αλλά αποτελούσε ένα ευρύτερο, συντονισμένο πρόβλημα που εκτεινόταν σε δεκάδες πόλεις και κωμοπόλεις της χώρας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, συμμορίες αποτελούμενες κυρίως από άνδρες πακιστανικής μουσουλμανικής καταγωγής δραστηριοποιούνταν επί δεκαετίες, στοχοποιώντας ευάλωτα νεαρά κορίτσια, συχνά λευκής βρετανικής καταγωγής. Τα θύματα δελεάζονταν αρχικά με δώρα, αλκοόλ και ναρκωτικά, για να οδηγηθούν στη συνέχεια σε συστηματική κακοποίηση, διακίνηση και επαναλαμβανόμενους βιασμούς. Η έκθεση εκτιμά ότι ο αριθμός των θυμάτων μπορεί να φτάνει τις 250.000, ενώ τονίζει ότι το φαινόμενο παρατηρήθηκε σε τουλάχιστον 149 τοπικές αρχές σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η περιγραφή των μεθόδων και της σκληρότητας που χρησιμοποιούσαν οι δράστες. Πολλά κορίτσια υπέστησαν ακραία βία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η κακοποίηση περιλάμβανε και ζωοφιλία. Οι μαρτυρίες που παρουσιάζονται δείχνουν ότι τα θύματα αντιμετωπίζονταν συχνά ως αντικείμενα, χωρίς καμία ηθική αναστολή από τους δράστες. Παράλληλα, η έκθεση καταγράφει επανειλημμένες αποτυχίες των αρχών. Αστυνομία, κοινωνικές υπηρεσίες και τοπικές αρχές αγνόησαν σαφή προειδοποιητικά σημάδια, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα θύματα αντιμετωπίστηκαν ως υπεύθυνα για την κατάστασή τους.
Κρίσιμο ρόλο στην παράταση του φαινομένου φαίνεται να έπαιξε ο φόβος πολιτικής και θεσμικής αντίδρασης. Σύμφωνα με την έκθεση, υπήρξε δισταγμός να εξεταστεί ανοιχτά η εθνική και θρησκευτική ταυτότητα των δραστών, λόγω ανησυχιών για κατηγορίες ρατσισμού. Αυτό το κλίμα επέτρεψε σε οργανωμένα δίκτυα να δρουν με σχετική ατιμωρησία για χρόνια.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η κριτική που ασκείται στο Εργατικό Κόμμα. Η έκθεση υποστηρίζει ότι σε αρκετές περιπτώσεις, τοπικοί Εργατικοί αξιωματούχοι παρενέβαιναν για να προστατεύσουν «κοινοτικές σχέσεις», ενώ υψηλόβαθμα στελέχη, όπως ο Σερ Κιρ Στάρμερ την περίοδο που ήταν επικεφαλής της Εισαγγελίας, φέρεται να συνδέονται με πρακτικές που οδήγησαν σε χιλιάδες ύποπτους να αφεθούν ελεύθεροι με απλές προειδοποιήσεις. Ο Δήμαρχος του Λονδίνου, Σαντίκ Καν, κατηγορείται επίσης ότι αρνιόταν επίμονα την ύπαρξη τέτοιων συμμοριών στην πόλη, παρά τις υπάρχουσες αναφορές της αστυνομίας.
Πέρα από τις θεσμικές ευθύνες, η έκθεση συνδέει το φαινόμενο και με βαθύτερες πολιτισμικές και ιδεολογικές αιτίες. Υποστηρίζει ότι σε ορισμένες κοινότητες υπήρχε η αντίληψη πως οι λευκές Βρετανίδες κοπέλες αποτελούσαν «εύκολους στόχους» χωρίς προστασία, κάτι που διευκόλυνε την οργανωμένη εκμετάλλευσή τους. Παράλληλα, τονίζει ότι η κυριαρχία της πολιτικής ορθότητας και ο φόβος της κατηγορίας «ισλαμοφοβίας» λειτούργησαν ως ανασταλτικοί παράγοντες για την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Συνολικά, η έκθεση του Ρούπερτ Λόου παρουσιάζει το ζήτημα των grooming gangs όχι ως μεμονωμένο εγκληματικό φαινόμενο, αλλά ως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού θεσμικής αδράνειας, πολιτικής σκοπιμότητας και πολιτισμικών παραγόντων που επέτρεψαν σε οργανωμένα δίκτυα να λειτουργούν για μεγάλο χρονικό διάστημα με σχεδόν πλήρη ατιμωρησία.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Σουηδία, επίσημα στατιστικά στοιχεία και μελέτες δείχνουν σημαντική υπερεκπροσώπηση ανδρών με μεταναστευτικό υπόβαθρο, κυρίως από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, σε υποθέσεις βιασμού και ομαδικών βιασμών. Σε αρκετές «ευάλωτες περιοχές» έχουν καταγραφεί φαινόμενα οργανωμένης εκμετάλλευσης νεαρών κοριτσιών, με παρόμοιες μεθόδους δελεασμού και ελέγχου μέσω ναρκωτικών.
Στη Γαλλία, το φαινόμενο των «tournantes» (ομαδικών βιασμών) στις banlieues είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες. Νεαρά κορίτσια, συχνά από ευάλωτα περιβάλλοντα, πέφτουν θύματα οργανωμένων ομάδων ανδρών βορειοαφρικανικής καταγωγής. Η κακοποίηση συνοδεύεται συχνά από την αντίληψη ότι τα «λευκά» ή μη μουσουλμανικά κορίτσια αποτελούν «εύκολους στόχους» χωρίς προστασία από την οικογένεια ή την κοινότητά τους.
Αντίστοιχα, στη Γερμανία έχουν αποκαλυφθεί υποθέσεις οργανωμένων δικτύων που δελεάζουν ανήλικα κορίτσια με δώρα και ναρκωτικά, για να τα εκμεταλλευτούν σεξουαλικά. Ιδιαίτερα μετά το 2015, καταγράφηκαν πολλές περιπτώσεις όπου δράστες από χώρες όπως η Συρία, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν φέρονται να συμμετείχαν σε τέτοια δίκτυα, ενώ οι αρχές αντιμετώπισαν δυσκολίες στην έγκαιρη παρέμβαση.
Κοινά χαρακτηριστικά σε όλες αυτές τις χώρες είναι η οργανωμένη δομή των δικτύων, η συστηματική χρήση grooming (δελεασμός με ναρκωτικά, αλκοόλ και ψεύτικη φιλία), η στοχοποίηση ευάλωτων κοριτσιών χωρίς ισχυρή οικογενειακή προστασία, καθώς και η υπερεκπροσώπηση ανδρών από συγκεκριμένες μουσουλμανικές κοινότητες. Σε πολλές περιπτώσεις, η κακοποίηση συνοδεύεται από την αντίληψη ότι τα θύματα ανήκουν σε μια «κατώτερη» κατηγορία, γεγονός που μειώνει τις ηθικές αναστολές των δραστών.
Παράλληλα, σε όλες τις χώρες παρατηρείται ένα κοινό θεσμικό πρόβλημα: ο δισταγμός των αρχών να αντιμετωπίσουν ανοιχτά το ζήτημα, λόγω φόβου κατηγοριών για ρατσισμό ή ισλαμοφοβία. Αυτό το κλίμα πολιτικής ορθότητας φαίνεται να λειτούργησε ως προστατευτικός παράγοντας για τα δίκτυα αυτά, επιτρέποντάς τους να επεκταθούν για χρόνια.
Συνολικά, η έκθεση του Ρούπερτ Λόου και τα αντίστοιχα στοιχεία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνουν ότι το φαινόμενο των οργανωμένων συμμοριών σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων δεν είναι αποκλειστικά βρετανικό. Αντίθετα, φαίνεται να αποτελεί μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πραγματικότητα, με κοινή μεθοδολογία, κοινά χαρακτηριστικά δραστών και κοινές θεσμικές αδυναμίες. Η μαζική μετανάστευση από πολιτισμικά απομακρυσμένες περιοχές, σε συνδυασμό με την απροθυμία των δυτικών κοινωνιών να θέσουν σαφή όρια, φαίνεται να δημιούργησε τις συνθήκες για την ανάπτυξη αυτών των δικτύων σε πολλές χώρες ταυτόχρονα.
Δείτε επίσης:
Τα κρυφά μηνύματα της συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν

