Η εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε ορεινές δασικές περιοχές συνοδεύεται από σημαντικές τεχνικές δυσκολίες, υψηλό κόστος κατασκευής και αυξημένες περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας συζήτησης επικεντρώνεται στην ίδια την ανεμογεννήτρια, ενώ στην πραγματικότητα ένα μεγάλο μέρος του συνολικού κόστους αφορά τα συνοδά έργα, τους δρόμους πρόσβασης, τις εκσκαφές, τις αντιστηρίξεις, τις πλατείες συναρμολόγησης, τα δίκτυα και τα έργα αποκατάστασης.
Για μια χερσαία ανεμογεννήτρια ισχύος 2 MW, το συνολικό κόστος επένδυσης κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 2,5 και 3,0 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ λαμβάνεται υπόψιν στη διαμόρφωση του συνολικού κόστους η προσβασιμότητα, η μορφολογία του εδάφους και η σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο. Η ίδια η ανεμογεννήτρια αντιπροσωπεύει συνήθως το 65 με 70% του κόστους, ενώ το υπόλοιπο αφορά έργα πολιτικού μηχανικού, μεταφορές, ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, σύνδεση με το δίκτυο και αδειοδοτήσεις.
Η μεταφορά του εξοπλισμού απαιτεί υπερμεγέθη οχήματα, πολυαξονικά μεταφορικά και γερανούς ανυψωτικής ικανότητας που μπορεί να υπερβαίνει τους 600–1.000 τόνους. Για να κινηθεί όλος αυτός ο εξοπλισμός απαιτούνται δρόμοι με μεγάλα πλάτη, μικρές κλίσεις και μεγάλες ακτίνες καμπυλότητας. Σε ορεινό δάσος αυτό συνεπάγεται σημαντικές παρεμβάσεις.
Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτούνται νέες διανοίξεις ή εκτεταμένες διαπλατύνσεις υφιστάμενων δασικών δρόμων, κοπή δένδρων, εκσκαφές, επιχώσεις, διαμόρφωση πρανών, κατασκευή τεχνικών αποστράγγισης, τοίχοι αντιστήριξης και μέτρα αντιδιαβρωτικής προστασίας.
Παράλληλα απαιτούνται εργασίες αποκατάστασης του τοπίου μετά την ολοκλήρωση του έργου, σύμφωνα με την περιβαλλοντική νομοθεσία μας.
Με βάση τεχνικές μελέτες αντίστοιχων έργων, το κόστος των έργων , πρόσβασης και αυτό των συνοδευτικών περιβαλλοντικών υποχρεώσεις μπορούν να υπερβούν το 1 εκατομμύριο ευρώ σε δύσβατες δασικές περιοχές για μία ανεμογεννήτρια 2MW. Το ακριβές ποσό εξαρτάται από τη γεωμορφολογία και τις απαιτήσεις της εγκεκριμένης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ).
Αντίθετα, σε μια περιοχή που έχει ήδη πληγεί από μεγάλη πυρκαγιά, ορισμένες από τις παραπάνω εργασίες μπορεί να είναι μικρότερης έκτασης. Η απουσία ώριμης δασικής βλάστησης μπορεί να μειώσει τις ανάγκες κοπής δένδρων και να διευκολύνει τη χάραξη ή τη διαπλάτυνση της πρόσβασης. Αυτό σημαίνει ότι περιορίζονται δραστικά οι τεχνικές δυσκολίες, καθώς μειώνονται σε δυσκολία τα ζητήματα γεωτεχνικής σταθερότητας, αποστράγγισης και προστασίας από διάβρωση. Ωστόσο, το οικονομικό κόστος των παραπάνω εργασιών μπορεί να είναι χαμηλότερο έως και 70% σε σχέση με μια δασική έκταση .
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η διαδικασία αδειοδότησης. Η εκπόνηση μιας ΜΠΕ για αιολικό έργο απαιτεί οικολογικές αξιολογήσεις, δασικές γνωμοδοτήσεις, γεωλογικές και υδρολογικές μελέτες, καθώς και εξέταση των επιπτώσεων στο τοπίο, στην πανίδα και στη χλωρίδα. Η ύπαρξη ώριμου δασικού οικοσυστήματος συνήθως συνεπάγεται περισσότερες παραμέτρους προς αξιολόγηση και αυξημένες απαιτήσεις τεκμηρίωσης. Παρά ταύτα, ακόμη και στις καμένες εκτάσεις, η περιβαλλοντική αδειοδότηση εξακολουθεί να είναι υποχρεωτική , αλλά η ειδοποιός διαφορά είναι ότι όλα τα στάδια εγκρίσεων γίνονται απλούστερα και ταχύτερα.
Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι οικονομικό και θεσμικό: εφόσον η κατασκευή δρόμων μέσα σε ώριμο δάσος αποτελεί ένα από τα ακριβότερα και περιβαλλοντικά πιο επιβαρυντικά τμήματα της επένδυσης, ενώ μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά μέρος αυτών των δυσκολιών μπορεί να μειώνεται, θα πρέπει η Πολιτεία να διαθέτει ειδικούς μηχανισμούς ελέγχου ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν δημιουργούνται αντικίνητρα για την προστασία των δασών;
Το ερώτημα παραμένει απολύτως θεμιτό και λογικό, εάν τα κίνητρα εμπρησμού επίδοξων επενδυτών αιολικών πάρκων , είναι το μειωμένο κόστος της επένδυσης, στο σκέλος των έργων πολιτικού μηχανικού και του βαθμού δυσκολίας των προβλεπόμενων περιβαλλοντικών αδειοδοτήσεων για την μεταφορά του συνοδού εξοπλισμού μέσα από δασικά και μέσα από αποψιλωμένες δασικές εκτάσεις.
Τροφή για σκέψη.

