Σοβαρές επιφυλάξεις για την προσέγγιση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Τουρκίας διατυπώνει ο Michael Rubin, ανώτερος συνεργάτης στο American Enterprise Institute και διευθυντής πολιτικής ανάλυσης στο Middle East Forum. Σε άρθρο του στην ιστοσελίδα 19fortyfive.com, ο αναλυτής αναφέρεται στην πρόθεση του Τραμπ να προσφέρει μια «μεγάλη τσάντα με δώρα» στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με τον Rubin, όλα δείχνουν ότι το βασικότερο αντάλλαγμα θα είναι η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, γεγονός που αποτελεί διαχρονικό στόχο της τουρκικής ηγεσίας.
Ο αρθρογράφος ασκεί δριμεία κριτική στην τακτική αυτή, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση θέτει σε κίνδυνο τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών για χάρη μιας θερμής υποδοχής ή πιθανών επιχειρηματικών συμφωνιών. Χαρακτηρίζει την πώληση των F-35 στην Άγκυρα ως μια ενδεχόμενη καταστροφή, επικαλούμενος τη ραγδαία ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, η οποία ενισχύθηκε σημαντικά μέσω της αντίστροφης μηχανικής αμερικανικών τεχνολογιών και drones από το 2011.
Σήμερα, η Τουρκία επιχειρεί να αναπτύξει το δικό της stealth μαχητικό Kaan, και ο Rubin θεωρεί ότι ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται το πρόσχημα της άμυνας του ΝΑΤΟ για να παραπλανήσει την Ουάσιγκτον, προδίδοντας τις επενδύσεις της κατασκευάστριας εταιρείας και των εταίρων της.
Η αναξιοπιστία της Άγκυρας και η παραβίαση των συμφωνιών
Η ανάλυση εστιάζει παράλληλα στην αναξιοπιστία της Τουρκίας ως συμμάχου, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην παλαιότερη αγορά του ρωσικού συστήματος S-400. Ο Rubin αναδεικνύει την πρόσφατη ανάπτυξη έξι τουρκικών μαχητικών F-16 στην κατεχόμενη βόρεια Κύπρο, ενέργεια που παραβιάζει ευθέως τις συμφωνίες τελικής χρήσης των αεροσκαφών. Εκφράζεται μάλιστα ο φόβος ότι, αν η Άγκυρα πάψει να σέβεται αυτούς τους περιορισμούς, η ευαίσθητη τεχνολογία του F-35 θα μπορούσε να διαρρεύσει σε τρίτες χώρες, όπως το Πακιστάν, η Κίνα ή το Ιράν, με δεδομένες τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις του παρελθόντος.
Επιπλέον, σημειώνεται ότι ο Τραμπ επιλέγει να αγνοήσει τον νόμο περί κυρώσεων CAATSA του 2017, ο οποίος θεσπίστηκε για να εμποδίζει τη συνεργασία τρίτων χωρών με τη Ρωσία και το Ιράν. Με αυτόν τον τρόπο, αποστέλλεται ένα λανθασμένο σήμα στη διεθνή κοινότητα, νομιμοποιώντας τη συμπεριφορά της Τουρκίας, η οποία παρά την αγορά των S-400 φαίνεται να επιστρέφει στο αμερικανικό εξοπλιστικό πρόγραμμα χωρίς ουσιαστικές κυρώσεις.
Ο κίνδυνος περιφερειακής ανάφλεξης και οι συμμαχίες
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από μια πιθανή παραχώρηση των F-35 στην Τουρκία εντοπίζεται στην πιθανότητα πρόκλησης ενός νέου περιφερειακού πολέμου στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ο Rubin προειδοποιεί ότι η σημερινή αμερικανική ηγεσία θα έχει αποχωρήσει σε λίγα χρόνια, όμως η Άγκυρα θα διατηρεί στην κατοχή της τα προηγμένα αυτά μαχητικά για δεκαετίες.
Η στενή σχέση του Ερντογάν με τη Χαμάς, η οποία διατηρεί de facto αρχηγείο στην Κωνσταντινούπολη, σε συνδυασμό με την επιθετική ρητορική κατά του Ισραήλ και τις τουρκικές πυρηνικές φιλοδοξίες, αυξάνουν τις πιθανότητες μιας μελλοντικής σύγκρουσης. Ο κίνδυνος αυτός αφορά και άλλες χώρες της περιοχής, καθώς η Τουρκία χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ για να παρενοχλεί την Ελλάδα, να διατηρεί την κατοχή στην Κύπρο και να στηρίζει πολιτοφυλακές στη Λιβύη.
Στον επίλογο της ανάλυσης, προτείνεται ότι η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να περιοριστεί στην απλή φιλοξενία του Τούρκου ηγέτη αντί για το ξεπούλημα της αμερικανικής αμυντικής τεχνολογίας. Ο Rubin καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Άγκυρα και η Μουσουλμανική Αδελφότητα δεν αντιμετωπίζουν τη στάση αυτή ως προϊόν διπλωματικής ικανότητας, αλλά αντίθετα θεωρούν εξαιρετικά εύκολη την επιβολή των δικών τους συμφωνιών επί της αμερικανικής πλευράς.
Δείτε επίσης:
- Λύση αλά Τούρκα: Στέλνει S-400 στο Ντουμπάι και «κερδίζει» F-35
- Νικόλ Μαλλιωτάκη για F-35 στην Τουρκία: «Θα τεθεί σε κίνδυνο η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ»
- Σύνοδος ΝΑΤΟ: Το παρασκήνιο των συνομιλιών Τραμπ – Ερντογάν και οι ανησυχίες της Αθήνας






