Σύντομα ενσωματώνεται η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1275, όπου με την νέα αναδιατύπωση της, για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (EPBD), στοχεύει στη δραστική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας των κτιρίων και στη μείωση των εκπομπών CO₂, με τελικό στόχο την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050.
Τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να την ενσωματώσουν στην εθνική τους νομοθεσία έως τον Μάιο του 2026. Αν και ο περιβαλλοντικός στόχος είναι ξεκάθαρος, η κοινωνική διάσταση της εφαρμογής της είναι κρίσιμη, γιατί η ενεργειακή ένδεια μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε στεγαστική ένδεια.
Η Οδηγία δίνει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να θεσπίσουν ελάχιστα ενεργειακά πρότυπα για τα κτίρια με τη χειρότερη ενεργειακή απόδοση. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κατοικίες πολύ χαμηλής ενεργειακής κατηγορίας (όπως F ή G) θα μπορεί να μην επιτρέπεται να πωλούνται ή να εκμισθώνονται ακίνητα, αν δεν προηγηθεί ενεργειακή αναβάθμιση. Η ίδια η Οδηγία δεν επιβάλλει ρητά έναν ενιαίο κανόνα, όπως «αναβάθμιση κατά δύο ενεργειακές κλάσεις», αλλά αφήνει στα κράτη την ευθύνη να καθορίσουν τις λεπτομέρειες. Ωστόσο, η κατεύθυνση είναι σαφής: τα πιο ενεργοβόρα ακίνητα πρέπει να ανακαινιστούν.
Εδώ εμφανίζεται το πρόβλημα. Πολλοί ιδιοκτήτες παλαιών κατοικιών δεν έχουν τα οικονομικά μέσα για τέτοιες αναβαθμίσεις. Αν δεν μπορούν να ανακαινίσουν, κινδυνεύουν να μην μπορούν ούτε να πουλήσουν ούτε να νοικιάσουν το ακίνητό τους. Από την άλλη πλευρά, όταν οι ιδιοκτήτες προχωρούν σε αναβαθμίσεις χωρίς επαρκή κρατική στήριξη, συχνά μετακυλίουν το κόστος στα ενοίκια. Έτσι μειώνεται η προσφορά φθηνής κατοικίας και αυξάνονται οι πιέσεις στους πιο ευάλωτους ενοικιαστές, που ήδη δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες στέγασης και ενέργειας.
Ένα απλό παράδειγμα το κάνει πιο κατανοητό. Ένα μικρό διαμέρισμα ενεργειακής κατηγορίας G δεν μπορεί πλέον να ενοικιαστεί χωρίς αναβάθμιση. Ο ιδιοκτήτης καλείται να επενδύσει, για παράδειγμα, σε μόνωση, κουφώματα και πιο αποδοτικό σύστημα θέρμανσης, με συνολικό κόστος που μπορεί να φτάσει τις 12.000–15.000 ευρώ. Αν δεν υπάρχει επιδότηση ή ευνοϊκό δάνειο, το ποσό είναι απαγορευτικό. Αν όμως γίνει η αναβάθμιση, το ενοίκιο συχνά αυξάνεται για να καλυφθεί το κόστος, με αποτέλεσμα ο προηγούμενος ενοικιαστής να μην μπορεί να παραμείνει.
Η Οδηγία αναγνωρίζει αυτόν τον κίνδυνο και προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να λάβουν μέτρα προστασίας για τα ευάλωτα νοικοκυριά. Το αν η ενεργειακή μετάβαση θα μειώσει τελικά την ενεργειακή και στεγαστική ένδεια ή αν θα τις οξύνει, εξαρτάται από την εθνική εφαρμογή: από το ύψος των επιδοτήσεων, την ύπαρξη κοινωνικής κατοικίας και τη δίκαιη κατανομή του κόστους. Χωρίς αυτά, η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να αφήσει πίσω όσους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.
Επίσης άλλα κράτη μέλη της ΕΕ δίνουν φορολογικά κίνητρα για ενεργειακή αναβάθμιση ακινήτων κι άλλα κράτη τιμωρούν με πράσινους φόρους ακίνητα που καταναλώνουν ενέργεια πάνω από κάποια προκαθορισμένενα όρια με βάση την ενεργειακή τους κλάση. Στην Ελλάδα περίπου το 55% του κτηριακού της αποθέματος βρίσκεται στις δύο πιο χαμηλές ενεργειακές κλάσεις (πλέον ενεργοβόρες) και αυτός ο αριθμός είναι κοντά στα 3,5 εκατ. ακίνητα (κατασκευές πριν το 1980). Επίσης ο ετήσιος αριθμός των ακινήτων που αναβαθμίζονται ενεργειακά δεν ξεπερνούν τα 35 χιλιάδες ενεργοβόρα ακίνητα. Με τους ρυθμούς αυτούς θέλουμε έναν αιώνα για να ολοκληρωθεί η ανακαίνηση, ωστόσο μέχρι τότε, αυτά τα ακίνητα θα έχουν απαξιωθεί όχι μόνο ενεργειακά και τεχνολογικά αλλά και στατικά.
Το πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί πολυπαραμετρικά, όπως: αύξηση των κονδυλίων για επιδοτούμενα προγράμματα εξοικονομώ, μείωση, ίσως και μηδενισμό των φόρων σε ενεργειακά υλικά και μηχανήματα που ενσωματώνονται στις εργασίες ανακαίνισης, αναστολή πληρωμή ΕΝΦΙΑ για μια 5ετία σε όσους προβαίνουν σε ανακαινίσεις και άλλες ελαφρύνσεις.


Έιπε η γλάστρα… μπλα μπλα μπλα.