2-7-2020

Λυπηρή βόλτα στην ελληνική Καμπούλ

Δουλεύω και ζω στο κέντρο της Αθήνας τον περισσότερο χρόνο της ζωής μου. Είμαι τόσο παλιός που πρόλαβα και δίκασα στο «Αμπασαντέρ», στο παλιό Εφετείο στη Σωκράτους, και στο Ειρηνοδικείο, που ήταν στη στοά του παλιού ΟΤΕ, στην Ομόνοια.

  • Από τον Φαήλο Μ. Κρανιδιώτη

Πήγαινα για έλεγχο στο Υποθηκοφυλακείο, που τότε ήταν πριν από το Παλιό Δημαρχείο, και για παλιά αντίγραφα στο Αρχείο του Πρωτοδικείου στη Γερανίου, στο βασίλειο του χαρτοπόντικα. Από 13 χρονών κατέβαινα με το λεωφορείο στη Ζήνωνος για να πάω στην Ομόνοια, στο περίπτερο στη γωνία με την Αθηνάς, για να αγοράσω το «Easyriders» και άλλα αμερικάνικα περιοδικά, και τα Σάββατα το πρωί το έκοβα πίσω από την Κάνιγγος, για να πάω στα βιβλιοπωλεία στη Σόλωνος και αργότερα στη Γ’ Λυκείου στο θρυλικό κλασικό φροντιστήριο του αείμνηστου Ανδρέα Μπελεζίνη, στα Εξάρχεια. Μακράν ο καλύτερος φιλόλογος, που ευγνωμονούμε στρατιές φιλολόγων, ιστορικών και νομικών.

Τα δε βράδια του Σαββατοκύριακου, τα σημεία συνάντησής μας στην Αθήνα -μακρινή βόλτα για μας τους Κορυδαλλιώτες- ήταν η πλατεία Εξαρχείων και το Dada, όπου στο διπλανό τραπέζι ήταν ο Ασιμος με την Κατερίνα Γώγου. Ο φασισμός των μηδενιστικών συμμοριών δεν είχε ακόμη δημιουργήσει απαγορευμένες ζώνες και οι ομαδικές επιθέσεις βαρεμένων σε πολιτικούς αντιπάλους ήταν κάτι άγνωστο. Όλοι πήγαιναν παντού για φαγητό, ποτό ή απλά βόλτα, χωρίς ελλοχεύουσα τυφλή βία. Τα βράδια πηγαίναμε να πάρουμε το τελευταίο λεωφορείο περπατώντας στα στενά χωρίς να φοβόμαστε τίποτα. Οι μόνοι αλλοδαποί ήταν συνήθως κάτι λίγοι Ιρακινοί, λιποτάκτες του πολέμου-σφαγείου Ιράν – Ιράκ.

Ακόμη η Ομόνοια και τα πέριξ, η Πατησίων, είναι συχνά στα δρομολόγιά μου, πλην φυσικά των Εξαρχείων, λόγω της κατάντιας τους από το γκέτο της μηδενιστικής ανομίας. Θα έλεγα, λοιπόν, πως έχω πίσω μου μια «περίπολο αναγνώρισης 42 ετών» και γνώση της σταδιακής μετάλλαξης και παρακμής του κέντρου και όχι μόνο, αυτής της πόλης που αγαπάμε και της φερόμαστε σαν να τη μισούμε.

Περνώ συνέχεια από την καινούργια πλατεία Ομονοίας και το ωραίο της σιντριβάνι, ανοίγω και το παράθυρο για να νιώσω λίγο τη δροσιά, αλλά μέχρι εκεί. Είδα και τα κοσμικά εγκαίνια. Λοιπόν, έκτοτε οι μόνοι Ελληνες είναι οι αστυνομικοί. Αν δεν υπήρχε αστυνόμευση, θα πλένανε και κάνα σώβρακο. Βλέπω ορδές ολόκληρες προσφύγων και λαθρομεταναστών μουσουλμάνων, αν κρίνω από τις μαντίλες. Έχει γίνει ακόμη πιο δημοφιλές στέκι τους. Έλληνες, πάντως, δεν πατάνε. Διότι το πρόβλημα της Ομόνοιας και του κέντρου, όπως και άλλων περιοχών της πατρίδας, δεν είναι αισθητικό. Το πρόβλημα είναι η λαθρομεταναστευτική εισβολή και η σταδιακή κατάληψη των δημόσιων χώρων από το περιθώριο και τους παράνομους ξένους. Το πρόβλημα δεν είναι πως είναι ξένοι. Είναι η προέλευση και η κουλτούρα των συγκεκριμένων. Έχουμε και μια μικρή κοινότητα Πολωνών.

Φιλόνομοι και εργατικοί, με σεβασμό στη χώρα και στους νόμους της. Ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος του προβλήματος. Γιατί; Δεν τολμάει να το πει κανείς. Γιατί είναι Χριστιανοί. Το ίδιο και οι Κόπτες Χριστιανοί από την Αίγυπτο και εν γένει οι λίγοι Χριστιανοί που επιβίωσαν της Γενοκτονίας στο Ιράκ και στη Συρία, ήρθαν και λίγοι έμειναν. Γιατί έχουν ίδιο αξιακό κώδικα με μας, δεν βλέπουν κάποιοι από αυτούς τις γυναίκες ως άπιστες και θηράματα, δεν θεωρούν πως υπάρχει κάποιο κιτάπι ανώτερο από τους ελληνικούς νόμους, δεν μας βλέπουν ως χώρο επέκτασης.

Την προηγούμενη εβδομάδα πήγα σε μεγάλο κατάστημα στη Σταδίου, 5 το απόγευμα. Πήρα μετά κάτι στο χέρι να φάω και είχα τη φαεινή ιδέα να πάω απέναντι στην Κλαυθμώνος να κάτσω σε ένα παγκάκι. Μόλις πλησίασα, έπαθα σοκ. Ολόκληρες παρέες από μεθυσμένους και μαστουρωμένους αλλοδαπούς που κοιτούσαν περίεργα, παντού. Μόνο άντρες και ανάμεσά τους ένας ξεβράκωτος με τα παντελόνια στα γόνατα, που ήταν έτοιμος να πέσει μαζί με αυτόν που τον κράταγε. Δεν σταμάτησα το βήμα μου, βγήκα προς το παλιό υπουργείο Ναυτικών και έπεσα πάνω σε δημοτικό αστυνομικό. Του λέω «ρε αρχηγέ, τι γίνεται εδώ;», δείχνοντάς του τα ανθρώπινα ναυάγια απέναντί μας. Μιλούσε στο κινητό, σήκωσε τους ώμους, μουρμούρισε κάτι σαν «τελειωμένοι είναι, τι να κάνουμε;». Αυτοί ή και εμείς;

Στο Ζάππειο, παραδοσιακή πιάτσα ερωτικών συναλλαγών τα βράδια, από την εποχή του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, υπάρχει πλέον έκρηξη «ατομικής επιχειρηματικότητας» από πρόθυμους αλλοδαπούς προς εγχωρίους που χαίρονται πάμφθηνων υπηρεσιών λόγω υπερπροσφοράς. Πλέον δε και μέρα. Αυτό δε έχει επεκταθεί εδώ και καιρό και στον Εθνικό Κήπο ντάλα μεσημέρι. Η δε εκμετάλλευση αλλοδαπών ανηλίκων πάει σύννεφο αλλά η βαριά «πρόοδος» καθεύδει. Χάνουμε, λοιπόν, μία μία τις πλατείες και τα πάρκα και ολόκληρες γειτονιές. Και δεν θα τις πάρουμε πίσω με μερεμέτια, σιντριβάνια, φοίνικες.

Αστυνόμευση υπάρχει, έντονη και φιλότιμη, την οποία όμως εξουδετερώνουν οι τεράστιοι αριθμοί των χιλιάδων παράνομων αλλοδαπών. Απορρίφθηκε το άσυλο σε 13.000, λένε, θα φύγουν κι από τις δομές και no money. Οk. Πόσοι απελάθηκαν; Εάν γεμίζουν λεωφορείο, πάω να κρατάω το σταχτοδοχείο της Γιάννας. Η λύση είναι μία: απομόνωση σε στρατόπεδα. Μακρόνησος και στρατιωτικό συσσίτιο. Αποσύρετε τους από την κυκλοφορία ως την απέλαση. Oλα τα άλλα θα ήταν κωμωδία, αλλά επειδή είναι η δική μας πατρίδα, είναι τραγωδία.

*Δικηγόρος – πρόεδρος της ΝΕΑΣ ΔΕΞΙΑΣ, www.neadexia.gr

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ