Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2020

Η επόμενη μέρα της συνδιάλεξης

H τηλεφωνική συνομιλία του πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρ. Τ. Ερντογάν, την Παρασκευή, προκάλεσε -ταυτόχρονα- ενθουσιασμό σε όσους προσδοκούν ταχεία συμφιλίωση με την Άγκυρα και αγανάκτηση σε όσους απορρίπτουν ριψοκίνδυνες μορφές διμερούς επικοινωνίας, ενώ προοιωνίζεται, ενδεχομένως, εσωκομματική αναταραχή στη Ν.Δ. μετά τη δημόσια προβολή διαφορετικής ατζέντας από τον πρώην πρωθυπουργό Αντ. Σαμαρά.

  • Από τον Αλέξανδρο Τάρκα

Το περιεχόμενο της συνδιάλεξης, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, απέχει πάντως πολύ από όλες τις εκατέρωθεν βιαστικές εκτιμήσεις, καθώς κατέληξε σε συνεννόηση μόνον επί δύο ζητημάτων. Πρώτον, στη συνήθη επωδό ότι πρέπει να λειτουργούν αποτελεσματικοί δίαυλοι επικοινωνίας και, δεύτερον, στην καταρχήν επιβεβαίωση της πραγματοποίησης συναντήσεων -σε υπηρεσιακό επίπεδο- προσεχώς.

Επί του πρώτου θέματος, κρίνεται πως μπορεί να εδραιωθεί επικοινωνία μεταξύ της διευθύντριας του Διπλωματικού Γραφείου Πρωθυπουργού, πρέσβεως Ελ. Σουρανή και του συμβούλου εξωτερικής πολιτικής του Τούρκου προέδρου Ιμπ. Καλίν, με σκοπό την εκτόνωση μεγάλων εντάσεων. Νέα επικοινωνία Μητσοτάκη – Ερντογάν, σε σύντομο διάστημα, δεν αναμένεται και ίσως καλύτερα να μην υπάρξει. Γιατί ο Τούρκος πρόεδρος αισθανόταν «προσβεβλημένος» από την πρόσκληση του στρατηγού Χαφτάρ στην Αθήνα και η ελληνική κυβέρνηση του δηλώνει τώρα «mea culpa», ενώ ο πρωθυπουργός είχε εκπλαγεί από την ταχύτητα κατάθεσης του μνημονίου με τη Λιβύη στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, χωρίς η Άγκυρα να επανορθώνει στο παραμικρό.

Επιπλέον, παραμένει -διαχρονικά- ζωντανή η προειδοποίηση, το 1988, του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Γιάννη Καψή προς τον πρωθυπουργό Αν. Παπανδρέου ότι «πρόεδρε, δεν φοβάμαι τι θα πεις εσύ στο τηλέφωνο, αλλά τι θα ισχυριστούν οι Τούρκοι ότι είπες».

Επί του ζητήματος των υπηρεσιακών επαφών, η τουρκική πλευρά ζήτησε αρκετές φορές -από τον αποτυχημένο διάλογο κορυφής του Λονδίνου στις 4 Δεκεμβρίου 2019 μέχρι πρόσφατα- νέες συναντήσεις Μητσοτάκη – Ερντογάν και των υπουργών Εξωτερικών Ν. Δένδια και Μ. Τσαβούσογλου, διεύρυνση των (στρατιωτικών) μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας με έμφαση σε οικονομικά θέματα (εκκρεμεί από τον Οκτώβριο 2017 και η ελληνική πλευρά είχε, αρχικά, κάνει το λάθος να συναινέσει τον Σεπτέμβριο 2019). Υπό τα σημερινά δεδομένα, η κυβέρνηση φαίνεται πως θα επιμείνει στην απόρριψη των τουρκικών αιτημάτων για όσο διάστημα συνεχίζονται οι αεροναυτικές προκλήσεις στο Αιγαίο και η «εργαλειοποίηση» του Μεταναστευτικού.

Αντίθετα, στην Αθήνα εκτιμάται ως χρήσιμη η επανάληψη των τακτικών (ανά εξάμηνο) διαβουλεύσεων των δύο υπουργείων Εξωτερικών σε επίπεδο γενικών γραμματέων. Αν και κατά τους δύο τελευταίους γύρους στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 2019, υπό τον τότε γ. γ. Δ. Παρασκευόπουλο με τον (υπηρεσιακό) υφυπουργό Σ. Ονάλ και στην Άγκυρα, τον Ιανουάριο φέτος, υπό τον νυν γ. γ. Θεμ. Δεμίρη με, πάλι, τον κ. Ονάλ η απέναντι πλευρά ήταν επιθετική και αντιπαραγωγική, η ελληνική διπλωματική υπηρεσία κρίνει, ορθώς, ότι πρόκειται για το πλέον κατάλληλο επίπεδο συζητήσεων.

Τον Ιανουάριο, ο κ. Δεμίρης φέρεται ότι κωδικοποίησε την αρμόζουσα διαδικασία αποκατάστασης σχέσεων ως «βήμα βήμα» (με διαδοχική αποφυγή επιθετικών δηλώσεων, μη εφαρμογή του τουρκολιβυκού μνημονίου, διάλογο υπουργών, συναντήσεις ηγετών, σύγκληση Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας) και χωρίς την πίεση των προκλήσεων και των υπερπτήσεων ελληνικών νησιών. Με δεδομένο ότι οι υπερπτήσεις συνεχίστηκαν και μετά τη συνδιάλεξη Μητσοτάκη – Ερντογάν, είναι απόφαση του πρωθυπουργού κατά πόσο η ελληνική πλευρά θα αξιώσει απόλυτο τερματισμό τους ή μόνο μείωση του αριθμού και της έντασής τους, πριν από την επανεκκίνηση του διαλόγου. Είναι δε άγνωστο αν και τι θα προαπαιτήσει ο κ. Μητσοτάκης ως προς τη μη εφαρμογή του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Παράλληλα, οι διαρροές από το Μαξίμου περί άρσης του αδιεξόδου κατόπιν παρέμβασης της Γερμανίδας καγκελαρίου Ανγκ. Μέρκελ και ετοιμότητάς της για νέα μεσολάβηση δεν πρέπει να υπερεκτιμώνται. Οι διαφορές μεταξύ του ιδίου του Βερολίνου και της Αγκυρας είναι τόσο μεγάλες, ώστε δεν υπάρχουν ρεαλιστικές ελπίδες για αποτελεσματική μεσολάβηση της κυρίας Μέρκελ.

Η καγκελάριος δίνει έμφαση στην πρόληψη επιδείνωσης της κατάστασης στη Λιβύη (όπου η Τουρκία δρα ανεξέλεγκτα και επιτυγχάνει τους στόχους της) και στον δελεασμό του κ. Ερντογάν με την οικονομική βοήθεια της Ε.Ε. Αμφότερες οι προτεραιότητες της καγκελαρίου διευκολύνουν μεν την ελληνική τακτική, αλλά δεν λύνουν τα προβλήματα στο Αιγαίο και τη ΝΑ Μεσόγειο.

Σε αυτό το πλαίσιο, Γερμανοί και Τούρκοι διπλωμάτες συζήτησαν ακροθιγώς την ιδέα συνολικής συμφωνίας Αθήνας – Άγκυρας για το Αιγαίο (όπως και το 1991-92 και το 2010-11), αλλά και για την ανατολική Μεσόγειο, οπότε η ελληνική κυβέρνηση θα πιεστεί. Πρόταση προς την κυβέρνηση, υπό τη μορφή «ερωτήματος» για ευρύ ελληνοτουρκικό διάλογο, είχε υποβάλει και η Ουάσινγκτον ήδη από τον Δεκέμβριο του 2019.

* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Η δύναμή μας είστε εσείς! Γίνετε ενεργά δημοσιογράφοι του newsbreak.gr! Στείλτε μας ειδήσεις, βίντεο και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]

Γιώργος Χαρβαλιάς
Γιώργος Χαρβαλιάς
Δημήτρης Σέργιος
Δημήτρης Σέργιος
Απόστολος Κρητικόπουλος
Απόστολος Κρητικόπουλος

ΔΗΜΟΦΙΛΗ