6-8-2020

Πορείες, αριστερά και κοινωνικός εγωισμός

Δεν θα ανέμενε κανείς διαφορετική στάση από την Αριστερά στο νομοσχέδιο Χρυσοχοΐδη για τις πορείες.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Οι άνθρωποι είναι συνεπείς με την ιστορία τους. Αυτό έκαναν καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, αυτό κάνουν και τώρα. Αυτό δα έλειπε, να το… στηρίξουν. Θα εγγράφονταν στα θαύματα του Βιβλίου Γκίνες! Με μια κρίσιμη διαφορά, όμως: Οι συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά. Η ατμόσφαιρα δεν είναι ίδια. Οι παλαιές απαντήσεις δεν ισχύουν στους νέους καιρούς. Η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης γίνεται καταρχάς αποδεκτή άνευ ιδιαιτέρων αντιστάσεων για έναν και μόνο λόγο. Διότι η κοινωνία διαπίστωσε τα προηγούμενα χρόνια ότι με τις διαδηλώσεις δεν γινόταν άσκηση δικαιώματος, αλλά κατάχρηση δικαιώματος.

Όχι βεβαίως όσον αφορά τη διοργάνωσή τους. Σε δημοκρατία ζούμε. Στα ίδια παράθυρα της Βουλής, στην ίδια οδό διαδήλωσαν άλλωστε οι Ελληνες τον Σεπτέμβριο του 1843 απαιτώντας Σύνταγμα από τον Όθωνα. Οι διαδηλώσεις άρχισαν να χάνουν την αίγλη τους, όμως, όταν οι διαδηλωτές τις διοργάνωναν με τέτοιον τρόπο ώστε να δείχνουν ότι αδιαφορούν προκλητικά για τα δικαιώματα των άλλων. Των επιχειρηματιών και των εργαζομένων του καθημαγμένου κέντρου των Αθηνών το οποίο «τρόμαξε» να συνέλθει μετά την καταστροφή του 2008. Των χιλιάδων οδηγών εργαζομένων οι οποίοι αντικρίζουν χρόνια τώρα αίφνης χωρίς προειδοποίηση τα κόκκινα κορδελάκια της ΕΛ.ΑΣ. στους στύλους του Ολυμπίου Διός ή στη Βασιλίσσης Σοφίας, στο ύψος της οδού Σέκερη, και καταριούνται την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν να περάσουν από το κέντρο.

Στην πραγματικότητα κανείς δεν εμποδίζει κανέναν να διαδηλώσει σε αυτόν τον τόπο. Αλλά αν η διαδήλωση είναι της τάξεως των 100 ατόμων δεν γίνεται να κλείνει το κέντρο από το «Χίλτον» έως την Ομόνοια και τη λεωφόρο Συγγρού. Πρέπει οι ίδιοι οι διαδηλωτές να δείχνουν κοινωνική υπευθυνότητα. Να ασκούν το δικαίωμά τους τώρα το μπορούν ακόμη και μέσα στη λωρίδα πεζών στον Μεγάλο Περίπατο, και όχι να διαταράσσουν την κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης.

Την ηλεκτρονική πινακίδα «Πορεία, Κέντρο Κλειστό» να μην την ξαναδούμε να αναβοσβήνει στο ύψος του Νομισματοκοπείου, του Αμαρουσίου, του Ψυχικού, της Συγγρού αν οι διαδηλωτές δεν είναι τουλάχιστον 2.000-3.000. Δικαίωμα να ασκείται στον κοινωνικό εγωισμό δεν έχει ουδείς. Δικαιώμα να χαράσσει σύνορα πρόσβασης στο κρατίδιο των Αθηνών επίσης δεν έχει ουδείς. Ακούω βεβαίως τα αντεπιχειρήματα. Για την περιφρούρηση, για τον υπεύθυνο πορείας, για τα πρόστιμα, για το υποτιθέμενο σχέδιο απαγορεύσεων και βεβαίως για την αντιγραφή χουντικών διαταγμάτων. Το ισχυρό τους χαρτί. Η ίδια η Ιστορία έχει αποδείξει, όμως, ποιοι ξέρουν να περιφρουρούν διαδηλώσεις και ποιοι όχι.

Το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ γνωρίζουν να περιφρουρούν. Το απέδειξαν και το 2008, όταν δεν διείσδυσαν στις τάξεις τους μισθοφόροι κουκουλοφόροι, και το 2011, όταν απέτρεψαν την εισβολή ακροδεξιών πυρήνων στο Κοινοβούλιο. Άλλοι, όμως, απέδειξαν ότι είτε δεν θέλουν είτε δεν μπορούν να περιφρουρήσουν. Από τις τάξεις άλλων κομμάτων της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής, ξεπήδησαν οι μπάχαλοι και οι ξένοι μισθοφόροι που έκαψαν τις περουσίες δεκάδων έντιμων Ελλήνων τον Δεκέμβριο του 2008. Από τα μπλοκ τους έφυγαν οι μολότοφ προς το κτίριο της Μαρφίν με αποτέλεσμα τον τραγικό χαμό τριών εργαζομένων, μεταξύ αυτών και μιας εγκύου γυναίκας. Αυτοί παρέδωσαν στην πυρά τα στολίδια της Σταδίου, τον «Απόλλωνα» και το «Αττικόν».

Αν τα μπλοκ αυτά είχαν υπεύθυνο με όνομα και επώνυμο απέναντι στην Πολιτεία, όπως προβλέπει ο νόμος Χρυσοχοΐδη, θα ήταν άραγε τόσο χαλαρά στη θέα του πρώτου κουκουλοφόρου που θα «τρύπωνε» στις τάξεις τους; Στην πραγματικότητα, λοιπόν, όταν το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ θέτουν ζήτημα για την περιφρούρηση αδικούν τους εαυτούς τους. Άλλα κάνουν στον δρόμο οι άλλοι και άλλα κάνει το ΚΚΕ, το οποίο με εξαίρεση κάποια επεισόδια στο άγαλμα του Τρούμαν συνήθως δείχνει υπευθυνότητα. Έωλο είναι και το επιχείρημα για τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων όταν το επιβάλλουν λόγοι ασφαλείας. Δεν νομοθετείται τώρα. Ισχύει. Τουλάχιστον δύο φορές κατά τη διάρκεια των Μνημονίων απαγορεύτηκαν συγκεντρώσεις χωρίς η Αριστερά να διαμαρτυρηθεί εντόνως.

Η πρώτη κατά την επίσκεψη Μέρκελ το 2013 και η άλλη κατά την επίσκεψη Ολάντ το 2014. Άπαντες συνειδητοποίησαν πόσο θα στοίχιζε μια προβοκάτσια εις βάρος της χώρας σε καιρό Μνημονίων και δεν επέμειναν. Εξεδόθησαν οι τυπικές ανακοινώσεις μόνο για τα μάτια του κόσμου. Προς τιμήν τους. Αλήθεια, τι πιστεύει κανείς σήμερα; Ότι με τόσα κανάλια, με τόσα ραδιόφωνα, με τόσα σάιτ και με τόσα έντυπα ανοιχτά μπορεί να απαγορευτεί συγκέντρωση που διοργανώνεται σωστά με όλους τους τύπους; Τέλος, ακούμε και το κορυφαίο: Ότι η κυβέρνηση ενεργοποιεί χουντικό διάταγμα για τις πορείες. Θα αποφύγω να ρωτήσω τι είδους πορείες γίνονταν στη Σοβιετία στο παρελθόν και ποιος αγκιτάτορας, ινστρούκτορας, μανδαρίνος τις επέτρεπε. Αλλά εδώ υπάρχουν ένα νομικό και ένα πολιτικό επιχείρημα. Πρώτα το πολιτικό.

Γιατί «έζησαν» αυτά τα διατάγματα, σε αχρησία έστω, 46 χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση και δεν καταργήθηκαν ούτε στα 20 χρόνια του ΠΑΣΟΚ ούτε στα πέντε χρόνια της «πρώτη φορά» Αριστεράς; Για να μην πω ότι αξιοποιήθηκαν για να κατασταλεί η λαϊκή διαμαρτυρία για τη Συνθήκη των Πρεσπών; Απαντήστε! Και το νομικό. Αλήθεια, γιατί μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν καταργήθηκε κάθε νόμος ή κάθε διάταγμα της επταετίας; Γιατί το έγκλημα χαρακτηρίστηκε στιγμιαίο και όχι διαρκές; Η απάντηση είναι απλή.

Αν η δημοκρατία διέγραφε νομικώς επτά «δικαιικά» χρόνια της δικτατορίας θα δημιουργείτο μια άνευ προηγουμένου αναστάτωση στις ποινικές, στις αστικές, στις εργατικές και τις διοικητικές υποθέσεις. Θα διαγράφονταν, για παράδειγμα, χρόνια ασφαλιστικού βίου που διήνυσε κάποιος στην πορεία προς τη σύνταξη επειδή βασίζονταν σε χουντικό νόμο. Η δημοκρατία επέλεξε λοιπόν να καταργήσει τα κραυγαλέα νομοθετήματα της δικτατορίας, να διατηρήσει αρκετά με στόχο την κοινωνική ομαλότητα και ό,τι δεν την ενοχλούσε το άφησε να υπάρχει ως θεσμικό «λείψανο».

Ε, λοιπόν, αυτό το λείψανο για τις συγκεντρώσεις, όπως και τα νομοθετικά διατάγματα για την επιστράτευση απεργών, η δημοκρατία όχι απλώς τα διατήρησε, αλλά έκανε και συστηματική χρήση τους όταν απειλήθηκε το κοινωνικό σύνολο από τις συνέπειες της απεργίας. Τα διατάγματα αυτά τα αξιοποίησαν πρώτοι και καλύτεροι οι σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς. Αφησα για το τέλος μια αιρετική παρατήρηση. Και μάλιστα από κάποιον που έχει ξιφουλκήσει κατ’ επανάληψιν εναντίον της δικτατορίας, επί των ημερών της οποίας σημειώθηκε το μέγα εθνικό έγκλημα του διαμελισμού της Κύπρου.

Διερωτάται κανείς γιατί σήμερα, 53 χρόνια μετά το πραξικόπημα, δεν έχουν απήχηση στην κοινή γνώμη επιχειρήματα για το πώς «νομοθετούσε» η χούντα; Η απάντηση είναι απλή. Όταν ο ελληνικός λαός είδε να παρακάμπτεται η Βουλή για να εγκριθεί με απλή υπογραφή του υπουργού Οικονομικών η δανειακή σύμβαση (επί ΠΑΣΟΚ) ή είδε να εκχωρείται η δημόσια περιουσία σε ένα Υπερταμείο πάλι χωρίς έγκριση της Βουλής (επί Αριστεράς), νομίζει κανείς ότι αυτά στη συνείδηση του κόσμου δεν παραπέμπουν σε χουντικές μεθόδους; Τι να πούμε για τη δικτατορία λοιπόν όταν και η δημοκρατία επί σοσιαλισμού νομοθετεί καμιά φορά όπως η δικτατορία με έκτακτα διατάγματα; Και πώς να μας πείσουν αυτοί που αναμηρυκάζουν σήμερα αυτά τα επιχειρήματα του χθες και του προχθές για χουντικές μεθόδους; Πορεία προς τον παραλογισμό θα κάνουμε; Απορρίπτεται.

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Φαήλος Κρανιδιώτης
Φαήλος Κρανιδιώτης
Γιάννης Χ. Κουριαννίδης
Γιάννης Χ. Κουριαννίδης

ΔΗΜΟΦΙΛΗ