10-8-2020

Ο «θεσμικός άξων» Μητσοτάκη – Τσίπρα

Η νεότερη Ιστορία μάς δείχνει ότι όσοι πρωθυπουργοί επιχείρησαν να οδηγήσουν στο ακροατήριο τους πολιτικούς αντιπάλους τους στο τέλος πλήρωσαν οι ίδιοι τίμημα ακριβό.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Το έπραξε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εναντίον του ημιθανούς Ανδρέα Παπανδρέου το 1989. Το αποτέλεσμα ήταν η πολιτική ανάσταση του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και η επιστροφή του στην εξουσία. Το έπραξε ο Γιώργος Παπανδρέου το 2010 επιχειρώντας να οδηγήσει στο Ειδικό Δικαστήριο τέσσερις βασικούς υπουργούς του Καραμανλή σε πρώτη φάση και τον ίδιο τον Καραμανλή σε δεύτερη (για την υπόθεση του Βατοπαιδίου). Η σκευωρία κατέρρευσε με τις ψήφους των ίδιων των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ στην Ολομέλεια της Βουλής, αλλά και με μεταγενέστερες αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Ο Παπανδρέου «έπεσε» από την εξουσία πριν καλά καλά συμμπληρώσει δύο χρόνια στο τιμόνι διακυβέρνησης της χώρας.

Ο Αλέξης Τσίπρας ανέδειξε το 2018 ένα σοβαρότατο σκάνδαλο, την υπόθεση Novartis, αλλά, προχειρολόγος ων, στοχοποίησε πολιτικώς άνευ στοιχείων τον προκάτοχό του Αντώνη Σαμαρά. Το αποτέλεσμα ήταν η πολιτική συντριβή του στις εκλογές του 2019, στις οποίες οδηγήθηκε απολογούμενος για τις χλιδάτες διακοπές σε πολυτελή σκάφη αναψυχής. Οι διωκόμενοι κατάφεραν και «γύρισαν» το παιχνίδι γιατί είχαν να χάσουν περισσότερα από τους διώκτες τους: την τιμή τους και την ελευθερία τους.

Στον αντίποδα, τέσσερις άλλοι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κώστας Καραμανλής και ο Κώστας Σημίτης, απέφυγαν να μετατρέψουν τον δημόσιο βίο σε πολιτικό ρινγκ. Ο Σημίτης είχε και τους λόγους του να μην ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, αν κρίνουμε από τη μετέπειτα ποινική τύχη τριών κορυφαίων υπουργών του. Είναι απολύτως προφανές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει υπόψη του όλα τα παραπάνω. Του τα έχει πει κι ο πατέρας του. Ο κανών είναι ένας.

Η βλάβη που υφίσταται μια κυβέρνηση που εγκαθιστά τον βούρκο στο επίκεντρο του δημόσιου βίου είναι μεγαλύτερη από το προσδοκώμενο πολιτικό όφελος. Ικανοποιείται προσκαίρως ο σκληρός της πυρήνας, αλλά σε βάθος χρόνου η θυματοποίηση εξυπηρετεί τον αντίπαλο. Γι’ αυτό και κατά τη χθεσινή του συνέντευξη σε ραδιοφωνικό σταθμό ο κύριος Μητσοτάκης δεν έδειξε να ενθουσιάζεται από τις αποκαλύψεις μερίδας του Τύπου για την υπόθεση Καλογρίτσα. Ούτε ακολούθησε τον τόνο συγκεκριμένης συνιστώσας της Ν.Δ. που επιμένει στη στοχοποίηση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και άλλων συνεργατών του με αίτημα την παραπομπή τους στο Ειδικό Δικαστήριο. Το αντίθετο. Ο πρωθυπουργός όχι μόνο απέρριψε την ιδέα της σύστασης εξεταστικής επιτροπής εναντίον του Νίκου Παππά, αλλά περιόρισε το εύρος ελέγχου της παρούσης Προανακριτικής Επιτροπής στο ζήτημα του λεγόμενου «παραδικαστικού κυκλώματος».

Αφαίρεσε κατ’ ουσίαν -για όποιον τον άκουσε προσεκτικά- το σκέλος της έρευνας «ηθική αυτουργία Παπαγγελόπουλου στη φυσική αυτουργία Τουλουπάκη». Αυτό δεν υπάρχει. Ακούστε το ηχητικό για να πειστείτε. Ο πρωθυπουργός δεν πρόφερε καν τη λέξη «Novartis». Σταχυολογώ φράσεις του προτού εξηγήσω γιατί το κάνει και γιατί στο παρασκήνιο σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία λειτουργεί άτυπος θεσμικός άξων μεταξύ πρωθυπουργού και αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από τα 60 λεπτά της συνέντευξης στους Τσίμα – Χιώτη μόλις τα 5 τελευταία αφιερώθηκαν στα σκάνδαλα, ο κύριος Μητσοτάκης ένιωσε την ανάγκη να το «υπογραμμίσει» μάλιστα. Μόνο 5 λεπτά.

Όπως ένιωσε την ανάγκη να επισημάνει ότι είναι «πολιτικά ανέντιμο» να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, άρα τα σκάνδαλα δεν υποκινούνται από τον ίδιο για να συμπιέσει περαιτέρω το ποσοστό της αντιπολίτευσης. Πέραν αυτών και πριν σχολιάσει τις νεότερες εξελίξεις με τα σκάνδαλα ο πρωθυπουργός ένιωσε επίσης την ανάγκη να περιγράψει το πλαίσιο της συναίνεσης με την αντιπολίτευση στα εθνικά θέματα. Χαιρέτισε το γεγονός ότι υπάρχει «συμφωνία επί της αρχής στα βασικά», εσχάτως ακόμη και στο Προσφυγικό – Μεταναστευτικό. Όταν λοιπόν ρωτήθηκε επί του συγκεκριμένου, οι απαντήσεις του ήταν ξεκάθαρες. Έκανε αναφορά στο «ήπιο ύφος αντιπαράθεσης το οποίο του ταιριάζει», τόνισε ότι «η κυβέρνηση δεν εμπλέκεται σε αυτά και ότι η Βουλή θα αποφανθεί για την υπόθεση δημιουργίας οργανωμένου παραδικαστικού κυκλώματος» (καμία νύξη για «Νovartis»), υποβάθμισε τις αποκαλύψεις για Καλογρίτσα με τη φράση «Μα δεν είναι καινούργια αυτά!

Έχω ήδη μιλήσει στη Βουλή από το 2016», ενώ στο τέλος απέρριψε κάθε σκέψη για σύσταση εξεταστικής επιτροπής της Βουλής εις βάρος του Νίκου Παππά. «Δεν είμαι σε θέση να σας απαντήσω…» παρατήρησε απρόθυμα. Εις ό,τι αφορά το επίμαχο θέμα Παππά για το τι γνώριζε και τι δεν γνώριζε ο κύριος Τσίπρας, ο πρωθυπουργός, γνωρίζοντας ότι απαντήσεις αυτού του είδους (γνωρίζω – δεν γνωρίζω) ενδεχομένως να ακολουθήσουν και τον ίδιο στο μέλλον, δεν τοποθετήθηκε. Ζήτησε «επαρκείς εξηγήσεις» από τον κύριο Τσίπρα, ίσως και την «αποπομπή» του συνεργάτη του, σημειώνοντας όμως ότι είναι θέμα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης τι θα κάνει. Και στο τέλος, αφού ζήτησε «να μην προτρέχουμε» και σημείωσε ότι «η χώρα χρειάζεται σοβαρή και αξιόπιστη αντιπολίτευση», τόνισε ότι «εγώ εστιάζω στη θετική ατζέντα, δεν μιλώ πολύ γι’ αυτά». Η αλήθεια είναι ότι πράγματι η κυβέρνηση δεν σχολιάζει και ότι το έργο της αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ το έχει αναλάβει -μια πολιτική σκάλα κάτω- το γραφείο Τύπου της Ν.Δ.

Οι συριζαίοι είναι καχύποπτοι ότι ο πρωθυπουργός απολαμβάνει το θέαμα χωρίς να λερώνει τα χέρια του. Δεν νομίζω. Όχι μόνο γιατί τα βασικά φιλοκυβερνητικά σάιτ που «σήκωσαν» την υπόθεση Καλογρίτσα μάλλον απογοητευμένα προέταξαν μετά το τέλος της συνέντευξης την αναβολή του ανασχηματισμού. Δεν τους έδωσε ο Μητσοτάκης το πολιτικό αίμα που ήθελαν. Αλλά και γιατί ο πρωθυπουργός ξέρει καλά τι έρχεται και δεν θέλει την αντιπολίτευση στα κάγκελα.

Όταν ακούς τον πρώτο πολίτη της χώρας να σου λέει ότι θα τη «βγάλουμε» φέτος με τον Κρατικό Προϋπολογισμό και τους πόρους του ΕΣΠΑ, όταν σε προϊδεάζει ότι το έλλειμμα «θα είναι αυξημένο» και όταν δεσμεύεται ότι δεν θα επιβάλει νέο γενικό lockdown διότι «η οικονομία δεν αντέχει», αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι τα πράγματα είναι σοβαρά. Όταν σου μιλάει για «σχεδιασμό δωδεκαμήνου» αντί τετραετίας πάλι σου περνά το μήνυμα ότι τα πράγματα είναι σοβαρά. Και όταν σου εξηγεί ότι πρέπει να επιλύσουμε το θέμα με τις θαλάσσιες ζώνες «χωρίς μεσολαβητές και χωρίς διαιτητές», πάλι υπαινίσσεται ότι τα πράγματα είναι σοβαρά.

Όρος επιβίωσης της χώρας αλλά και δικής του πολιτικής επιβίωσης είναι λοιπόν η ύπαρξη στοιχειώδους κλίματος συνεννόησης με την αξιωματική αντιπολίτευση τους επόμενους μήνες. Δεν είναι για το… ψυχιατρείο ο άνθρωπος. Ξέρει σε τι έδαφος πατά. Έχει πλήρη συναίσθηση του τι σημαίνει να ηγείσαι της Ελλάδος σήμερα όταν ο απέναντι οπλίζει. Τι πρέπει να κάνει, λοιπόν; Να βυθίσει τη χώρα σε έναν αχρείαστο εμφύλιο ή να κοιτάξει πώς θα φέρει βόλτα τις προκλήσεις που έρχονται; Νομίζω ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ειλικρινής. Ηρόστρατος δεν θα γίνει.

Θα εργαστεί για να συνεννοηθεί με τον Αλέξη Τσίπρα για την επίλυση των εθνικών θεμάτων όπως την εννοεί ο ίδιος και θα κριθεί γι’ αυτό. Αν χρειαστεί, μάλιστα, θα μοιράσουν και ρόλους, όπως έκαναν οι Καραμανλής – Παπανδρέου στην κρίση του «Χόρα» το 1977. Η σκανδαλολογία έχει μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για τη χώρα και για τη Ν.Δ. από το όποιο εσωκομματικό κόστος θα έχει η τολμηρή συνεννόηση με τον «Σατανά» αρχηγό της αντιπολίτευσης για τα βασικά. Τελικό συμπέρασμα: Αν θα καθίσει κάποιος στο σκαμνί προσεχώς με βάση όσα άκουσα αυτός θα είναι ο παραλογισμός. Από «Πα» αρχίζει κι αυτός.

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Ελένη Παπαδοπούλου
Ελένη Παπαδοπούλου

ΔΗΜΟΦΙΛΗ