6-8-2020

Ποια είναι τα τρία μοντέλα διαπλοκής

Tο ρεπορτάζ λέει ότι ο ολιγάρχης, γνωστός ποδοσφαιρικός παράγοντας, αποφάσισε να επιστρέψει το 1.000.000 ευρώ που έλαβαν τα μέσα ενημέρωσής του από την Ελληνική Δημοκρατία για τη διαφημιστική καμπάνια κατά του κορονοϊού μόνον όταν έμαθε ότι ο ανταγωνιστής του στην τηλεόραση, στις εφημερίδες και στο ποδόσφαιρο έλαβε περισσότερα από αυτόν. Αλλιώς -ας μην υπάρχουν αυταπάτες- δεν επρόκειτο να τα επιστρέψει! Η κυβέρνηση, πιθανολογώντας άλλωστε τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε η δημοσιοποίηση της λίστας Πέτσα, φρόντισε πρώτα να καταβληθούν τα χρήματα προς άπαντες τους ολιγάρχες και έπειτα να ανακοινώσει τον κατάλογο. Με την ελπίδα ότι όποιος θιγεί θα το σκεφτεί πολύ να επιστρέψει χρήματα που εισέπραξε. Φευ! Φρούδα ελπίς.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Το ονόρε απεδείχθη ισχυρότερο. Το ρεπορτάζ λέει, επίσης, κάτι άλλο. Κάποιος κάποτε προ μηνών προέβλεψε στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη ότι, όταν λήξουν όπως λήξουν οι ανταγωνισμοί του ολιγάρχη με τους συναδέλφους του, στο τέλος θα στραφεί και εναντίον του. Η στιγμή αυτή πλησιάζει. Ηρθε. Η επιστροφή του τσεκ είναι ο προάγγελος. Η άρνηση της κυβέρνησης να συμπράξει στον υποβιβασμό ανταγωνίστριας ποδοσφαιρικής ομάδας, όπως ήταν η απαίτηση του ολιγάρχη, η αρνητική για τα συμφέροντα του ολιγάρχη έκβαση της πώλησης συνδρομητικού καναλιού, τώρα η διανομή της διαφημιστικής δαπάνης του Δημοσίου σε συνδυασμό με πολιτικά και άλλα αιτήματα που μέχρι στιγμής δεν εκπληρώνονται είναι γεγονότα που με μαθηματική βεβαιότητα οδηγούν στη σύρραξη και τη σύγκρουση. Και τούτο για έναν απλό λόγο που έχουμε αναλύσει σε παλαιότερα σημειώματά μας. Το αίτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η ισότιμη μεταχείριση.

Το αίτημα είναι η κατάργηση του ανταγωνισμού και η εξαφάνιση των ανταγωνιστών από προσώπου γης σε αντάλλαγμα για την ισχυρότατη στήριξη που παρείχαν τα μέσα του ολιγάρχη στον αγώνα της Ν.Δ. να «ρίξει» τον Τσίπρα. Η απόπειρα του Μαξίμου να αξιοποιήσει τα 10.000.000 από τα 20.000.000 της διαφημιστικής δαπάνης για να στερεώσει τις βασικές μιντιακές ισορροπίες σε όλον τον τηλεοπτικό – διαδικτυακό χάρτη και να δημιουργήσει «υποχρεώσεις» έναντι του εκλογικού μέλλοντος κατέστη απρόσφορος για έναν πολύ απλό λόγο. Διότι το αίτημα του ολιγάρχη και ορισμένων δορυφόρων δεν είναι η τήρηση της ισορροπίας, αλλά η κατάργηση του ανταγωνισμού. Πρόκειται γι’ αυτό που, μιλώντας στο Συνέδριο των Ευρωπαίων Δημοσιογράφων τον Νοέμβριο του 2018, σε συνέδριο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Βουλής την άνοιξη του 2019 αλλά και σε ημερίδα της ΕΣΗΕΑ τον Νοέμβριο του 2019, είχα αποκαλέσει εγκαίρως «διαπλοκή τού ενός». Θεωρώ κατά συνέπεια αυτό το επεισόδιο μεταξύ κυβέρνησης και ολιγάρχη διδακτικό. Οπως εξίσου διδακτικό θεωρώ και το επεισόδιο του παρ’ ολίγον ολιγάρχη εργολάβου που διεκδίκησε τηλεοπτική άδεια με τη βοήθεια του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα στρέφεται εναντίον του Νίκου Παππά στα δικαστήρια. Διότι και σε αυτήν την περίπτωση και στην προηγούμενη συναντώ τα ίδια συμπτώματα. Συναλλαγές. Οποιος, όμως, δίνει χώρο στην ολιγαρχία, επιδιώκοντας να κάνει δουλειές μαζί της, στο τέλος βρίσκει τον μπελά του. Καταβάλλει βαρύ πολιτικό κόστος. Αυτοί «δεν δίνουν του αγγέλου τους νερό», θα πιαστούν φίλοι;

Τα μοντέλα που έχουν καταγραφεί στη νεότερη ιστορία μας, άλλωστε, είναι συγκεκριμένα και τα συμπεράσματα ξεκάθαρα.

Μοντέλο πρώτο, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ο πρώην πρωθυπουργός νομοθέτησε το καλοκαίρι του 1989 την ιδιωτική τηλεόραση. Δεν έμεινε, όμως, σε αυτό. Παρενέβη στο παρασκήνιο και διαμόρφωσε τα σχήματα. Ποιοι εκδότες εφημερίδων θα πάνε με ποιους για να λάβουν τηλεοπτική άδεια. Προξενητής κανονικός. Καταλυτική ήταν και η επιρροή του στη διαμόρφωση του τοπίου στον Τύπο. Ευλόγησε την είσοδο του Αριστείδη Αλαφούζου στην «Καθημερινή». Ευλόγησε την είσοδο ενός επιτυχημένου εργολάβου στην «Απογευματινή».

Το αποτέλεσμα στο τέλος ποιο ήταν; Να τοποθετηθεί αργότερα στο γραφείο Μητσοτάκη στην Αραβαντινού πινακίδα με το ρητό «Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός από του ευεργετηθέντος». Αλαφούζος, Μπόμπολας, Λαμπράκης κ.ά. συνέπραξαν στην πτώση του. Τους έκανε παίκτες και για το «ευχαριστώ» στράφηκαν εναντίον του! Δεν ήταν μόνον ο Κόκκαλης. Το δεύτερο μοντέλο το εφάρμοσε ο Κώστας Σημίτης. Εκείνος απέφυγε να ανακατευτεί σε σχήματα. Εκανε κάτι πιο «σοφό». Εκχώρησε «ακριβοδίκαια» ολόκληρους τομείς της αγοράς στους μιντιάρχες, μοίρασε ρόλους, τους έχρισε «εθνικούς πρωταθλητές» και τους καλούσε μόνον όταν ήταν ανάγκη. Ο Γεώργιος Μπόμπολας έγινε το αφεντικό σε όλα τα δημόσια έργα. Ο Σωκράτης Κόκκαλης απέκτησε δεσπόζουσα θέση στις τηλεπικοινωνίες. Ο Χρήστος Λαμπράκης στην εκτύπωση σχολικών πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Τα παραδείγματα ενδεικτικά, θα μπορούσα να γράψω κι άλλα. Το βέβαιον είναι ότι εκχωρώντας τους «γήπεδο» ο κύριος Σημίτης δεν τους είχε στα πόδια του, είχε την ησυχία του και απέφευγε συγκρούσεις σαν κι αυτές που υφίσταται σήμερα ο Κυριάκος. Επρεπε να παραδώσει ποσοστό εξουσίας βεβαίως -μεγάλη αβαρία-, αλλά εμπρός στα οφέλη τι ήταν ο πόνος; Οσον αφορά δε τα ζητήματα διαχείρισης (παρεμβάσεις στο θεματολόγιο των τηλεοπτικών δελτίων ή απολύσεις ανεπιθυμήτων – Μαλβίνα), αυτά τα αναλάμβαναν οι επιτελείς του. Το τρίτο διακριτό μοντέλο το υιοθέτησε ο Κώστας Καραμανλής. Από το «αγκαλιά και πλάι πλάι» του Σημίτη εκείνος επέλεξε το «από μακριά κι αγαπημένοι».

Δεν σήκωσε ποτέ τηλέφωνο να ζητήσει κάτι, να υποβαθμιστεί μια είδηση, για παράδειγμα. Αντιθέτως, θεσμοθέτησε κανόνες και άφησε την αγορά να προσαρμοστεί. Το ασυμβίβαστο ιδιοκτήτη ΜΜΕ και εργολάβου Δημοσίου – προμηθευτή Δημοσίου είναι πλέον σήμερα ιστορικά δικαιωμένο. Οπως και η διάσημη φράση «δεν μπορεί πέντε νταβατζήδες, πέντε συντεχνίες και άλλα κέντρα να εξουσιάζουν τον δημόσιο βίο». Ο ίδιος ο Καραμανλής πολεμήθηκε μεν από τους νταβατζήδες, έπεσε, αλλά δεν υπετάγη ποτέ. Οσο κυβέρνησε, έξι χρόνια, δεν επέτρεψε ποτέ σε κανέναν να σκεφθεί ότι μπορεί να του πάρει το τιμόνι από τα χέρια. Αν ο βασικός μέτοχος δεν εφαρμόστηκε τελικώς, αυτό οφείλεται σε ιστορικές λεπτομέρειες. Οταν ο εργολάβος Γεώργιος Μπόμπολας αποφάσισε να πουλήσει το συγκρότημά του και τις μετοχές του στο Mega στη Γιάννα Αγγελοπούλου (αντί 200.000.000 ευρώ) συνάντησε την αντίδραση ενός υιού του. «Το ένα παιδί μου, ο Λεωνίδας, είναι ευτυχισμένο και το άλλο, ο Φώτης, είναι δυστυχισμένο» εξομολογήθηκε τότε σε συνομιλητή του για να δικαιολογήσει την υπαναχώρησή του από την αγοραπωλησία. Αν και οι δύο υιοί ήταν ευτυχείς, άλλο τοπίο θα είχαμε στα ΜΜΕ από το 2005. Το ασυμβίβαστο θα είχε επικρατήσει.

Αυτά είναι τα τρία μοντέλα συμπεριφοράς απέναντι στη διαπλοκή, λοιπόν. Ενεργός ανάμειξη χωρίς ξεκαθαρισμένους ρόλους, πλήρης εκχώρηση τομέων της αγοράς αντί στήριξης, θεσμοθέτηση κανόνων – ασυμβίβαστα και αποστάσεις. Νομίζω ξέρουμε ποια είναι τα καλύτερα, του Καραμανλή και του Σημίτη, μολονότι διαφορετικά. Διότι και τα δύο εξασφαλίζουν στον εκάστοτε πρωθυπουργό το αυτονόητο. Δεν έχουν τους ολιγάρχες καθημερινά στα πόδια τους. Ο Σημίτης γιατί τους τα έδωσε όλα και ο Καραμανλής γιατί δεν τους έδωσε τίποτα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αυτή τη στιγμή ακολουθεί ένα μοντέλο το οποίο βρίσκεται στις παρυφές του πατέρα του. Παίζει με τη φωτιά. Τα συμφέροντά του στην αντιπολίτευση «συνέκλιναν» (δικό του το ρήμα) ακόμη και με ολιγάρχες που βαθιά μέσα του αποστρέφεται. Συμπορεύτηκε μαζί τους. Στη διακυβέρνηση, όμως, δεν γίνεται και να συγκλίνεις και να αποκλίνεις. Πρέπει να σταθμίζεις. Ε, αυτή η στάθμιση είναι που τα χαλάει όλα. Διότι σε κάποιους δεν αρέσει το ζύγι. Θέλουν τη ζυγαριά ιδιοκτησία τους. Να την πάρουν στο σπίτι τους. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα, λοιπόν. Εναν χρόνο μετά την άνοδο της Ν.Δ. στην εξουσία οι βουλιμικοί επελαύνουν. Και ο Μητσοτάκης, έχοντας εντολή από το 40% του λαού, οφείλει να τους σταματήσει. Με όποιο κόστος. Θα το κάνει; Εως σήμερα δεν δείχνει διάθεση σύγκρουσης (ίσως τα φαινόμενα να απατούν). Εάν δεν το κάνει ο ίδιος πρώτος, θα το κάνουν οι άλλοι, όμως. Εχει μεγάλη σημασία για την αξιοπιστία της πολιτικής ποιος θα δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα. Πρωθυπουργός του οποίου η εξουσία αμφισβητείται δεν κάθεται ποτέ με σταυρωμένα τα χέρια. Ποτέ. Για να δούμε!

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Γιάννης Χ. Κουριαννίδης
Γιάννης Χ. Κουριαννίδης
Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς
Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς

ΔΗΜΟΦΙΛΗ