Κυριακή 16/5/2021

Ο Τραμπισμός δεν φαίνεται να πεθαίνει

Σκηνές που θύμιζαν εμφύλιο πόλεμο ή, καλύτερα, εξεγέρσεις σε απολυταρχικά κράτη βίωσε η Αμερική.

  • Από τον Μιχάλη Ψύλο

H μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη έζησε μία από τις πιο «σκοτεινές» μέρες της εδώ και δεκαετίες: ένα οργισμένο πλήθος υποστηρικτών του απερχόμενου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να εφορμά στο Καπιτώλιο. Στην καρδιά της Ουάσινγκτον! Και όχι σε κάποια απόμακρη γωνιά της χώρας. Δεν ήταν διαδήλωση ούτε απλή διαμαρτυρία από τους λεγόμενους «πατριώτες». Ούτε, φυσικά, απόπειρα πραξικοπήματος. Ηταν μια τρομοκρατική επίθεση στο κέντρο της αμερικανικής δημοκρατίας. Αναμφίβολα εμπνευσμένη και υποκινούμενη από τον Τραμπ.

Ήταν ο όχλος του Τραμπ που δεν μπορεί να αποδεχτεί την αλλαγή στην προεδρική εξουσία. Οπως γράφει εύστοχα η γερμανική «Die Zeit», «αυτός ο όχλος δεν μπορούσε να δεχτεί τους νέους κατακτητές της εξουσίας έπειτα από έναν πόλεμο να ξαπλώνουν σε χρυσές καρέκλες στα παλάτια των κατακτημένων». Ηταν το αποτέλεσμα «πολλών χρόνων συστηματικής προσπάθειας εκ μέρους του εθνικολαϊκιστή μεγιστάνα για την προώθηση της πόλωσης στην αμερικανική κοινωνία» γράφει η ισπανική «El Pais».

Αυτό που συνέβη στο Καπιτώλιο το φοβούνταν πολλοί μήνες νωρίτερα, ανεξάρτητα από την πόλωση των τελευταίων ημερών. Δείχνει ότι και χωρίς τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο ο τραμπισμός δεν έχει πεθάνει. Άλλωστε, πάνω από 73.000.000 Αμερικανοί, το 47,5% των ψηφοφόρων, έδειξαν ότι τους άρεσε η πολιτική Τραμπ. Σχεδόν ο ένας στους δύο Αμερικανούς πολίτες έχει ενστερνιστεί το ρεύμα του εθνικισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, που βρήκε στον Τραμπ έναν ιδανικό εκφραστή. Ηταν αυτοί που δεν είχαν πρόβλημα να βλέπουν τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών επί τέσσερα χρόνια να θεοποιεί την αστυνομική βία και να καθυβρίζει τους διαδηλωτές, να εγκωμιάζει ακροδεξιές συμμορίες και να λοιδορεί ξένους λαούς.

Έτσι, χιλιάδες θερμοκέφαλοι δεν είχαν πρόβλημα να κατακλύσουν την Ουάσινγκτον την περασμένη Τετάρτη, όταν τους κάλεσε ο Τραμπ. Γιατί αυτό το ρεύμα του τραμπισμού φαίνεται ότι θα παραμείνει ισχυρό και απειλητικό στο ορατό μέλλον. Όχι μόνο στην Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη. Οπως γράφει η γερμανική «Tagesschau», «επί τέσσερα χρόνια ο Τραμπ μπόρεσε με τη γλώσσα και το ένστικτό του να προσεγγίσει τις ψυχές εκατομμυρίων ανασφαλών ανθρώπων. Επεισε περισσότερους από 73.000.000 ανθρώπους ότι προδόθηκαν και έχασαν την αξιοπρέπειά τους από αλαζονικές ελίτ στην πολιτική, στην οικονομία και στα μέσα ενημέρωσης. Τους έπεισε ότι αυτός τους δίνει πίσω αυτή την αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό είναι ευγνώμονες σε αυτόν, γι’ αυτό τον ψήφισαν και πήγαν τώρα στην Ουάσινγκτον για να βοηθήσουν τον ήρωά τους». Άλλωστε, ο σεισμός της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης τις τελευταίες δεκαετίες έχει προκαλέσει στην αμερικανική κοινωνία, όπως και στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο, ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους λίγους κερδισμένους και στους συντριπτικά πολλούς χαμένους.

Ένα ρήγμα που θα βαθαίνει ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια, καθώς οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας θα προστεθούν σε εκείνες της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και το μείγμα θα αποδειχτεί εκρηκτικό. Ο Τζακ Ράσμους, συγγραφέας του πρόσφατα εκδοθέντος βιβλίου «The scourge of neoliberalism: US economic policy from Reagan to Trump» (Η μάστιγα του νεοφιλελευθερισμού: Η αμερικανική οικονομική πολιτική από τον Ρέιγκαν στον Τραμπ), γράφει: «Το μόνο που χρειαζόταν γι’ αυτή την πολιτική πυρκαγιά ήταν η κατάλληλη σπίθα, για να αγκαλιάσει δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς που ήταν απελπισμένοι από την παγκοσμιοποίηση».

Και αυτή την πολιτική πυρκαγιά αποπειράθηκε να εκφράσει η αμερικανική Κεντροαριστερά με τον γερουσιαστή Σάντερς, αλλά χωρίς επιτυχία, γιατί το βαθύ σύστημα δεν το θέλησε. Το κατάφερε, λοιπόν, η ακροδεξιά ρητορική του Τραμπ. Η καταστροφή εκατομμυρίων αξιοπρεπών θέσεων εργασίας, η υποχώρηση της βιομηχανικής Αμερικής και της μεσαίας τάξης, η καταστροφή των συνδικάτων και η αντικατάσταση των καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας με δουλειές μερικής απασχόλησης ήταν το εύφλεκτο υλικό στο οποίο βρήκε πρόσφορο έδαφος η πολιτική του Τραμπ. Από τη μεγάλη ύφεση του 2008-2009 δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανοί δεν ανέκαμψαν ποτέ. Ενώ, την ίδια ώρα, οι τράπεζες και οι εταιρίες διασώθηκαν γρήγορα από φορολογικές και νομισματικές πολιτικές που επιτάχυναν τις εισοδηματικές ανισότητες και το χάσμα του πλούτου στην Αμερική.

Οπως λέει ο Τζακ Ράσμους, «καθώς δεκάδες εκατομμύρια πολίτες αγωνίστηκαν να παραμείνουν στη ζωή κατά τη διάρκεια της αποκαλούμενης “ανάκαμψης του Ομπάμα”, οι εταιρίες προχωρούσαν στη διανομή ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων κάθε χρόνο για μία δεκαετία κατά μέσο όρο σε μερίσματα στους επενδυτές και σε αμοιβές των golden boys. Οι πολιτικές της εποχής του Ομπάμα όχι μόνο δεν κατάφεραν να βελτιώσουν τις συνθήκες για τους απλούς πολίτες, αλλά τις επιδείνωσαν, δίνοντας έτσι ακόμα μεγαλύτερη ιδεολογική τροφή για την Ακροδεξιά και την ισχυροποίηση της πολιτικής βάσης του Τραμπ». Η αποτυχία αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί υπάρχει τόσο έντονο πολιτικό μίσος προς τις ελίτ της Αμερικής και στροφή σε ακροδεξιές εναλλακτικές λύσεις για ευρεία τμήματα του αμερικανικού πληθυσμου. «Η δημοκρατία δεν λειτούργησε γι’ αυτούς, γιατί, λοιπόν, να την υπερασπιστούν;» διερωτάται ο Αμερικανός συγγραφέας.

Οι ιδεολόγοι, λοιπόν, γύρω από τον Τραμπ πίστευαν ότι, δημιουργώντας ένα πιο ορατό χάος πριν από την ορκωμοσία του νέου προέδρου Τζο Μπάιντεν, θα είχαν την ευκαιρία να βάλουν τα θεμέλια για ακόμα ένα πιο ακραίο κίνημα το 2021-2022, με αυξανόμενη επιρροή τόσο στο Κογκρέσο όσο και στον πληθυσμό. Αναμφίβολα, πολλά θα κριθούν από την πολιτική που θα ακολουθήσει ο Μπάιντεν.

Ο νέος πρόεδρος έχει δεσμευτεί για μια σειρά μέτρων, όπως η αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου, η υλοποίηση των οποίων θα βοηθήσει τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και θα αντιμετωπίσει την επίθεση των οπαδών του Τραμπ. Οι τραμπιστές θα επιχειρήσουν, πάντως, την απονομιμοποίηση του νέου προέδρου αλλά και του Κογκρέσου, που ελέγχεται πλήρως πλέον από τους Δημοκρατικούς, μετά την εξασφάλιση και των δύο γερουσιαστικών εδρών στην Τζόρτζια. Είναι πιθανό οι δυνάμεις του Τραμπ που θα εξασφαλίζουν στο εξής εκλεγμένες θέσεις σε ομοσπονδιακά και πολιτειακά σώματα να αρνηθούν να συνεργαστούν σε διάφορα επίπεδα με τη νέα κυβέρνηση Μπάιντεν.

Αυτή η απόπειρα «απονομιμοποίησης» της εκλεγμένης εξουσίας θα οδηγήσει σε μια κατάσταση που ονομάζεται «διπλή εξουσία», η οποία έχει να εμφανιστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη δεκαετία του 1850, όταν τα νομοθετικά σώματα στα ομόσπονδα κράτη του Νότου απλώς αγνόησαν τους ομοσπονδιακούς νόμους και τις εκτελεστικές οδηγίες από την Ουάσινγκτον και κυβερνούσαν ανεξάρτητα για μια περίοδο. Ηταν αυτό που πυροδότησε στη συνέχεια τη στρατιωτική φάση του εμφύλιου πολέμου.

Οδεύει, λοιπόν, η Αμερική σε έναν νέο εμφύλιο; Το σίγουρο είναι ότι ο 46ος πρόεδρος Τζο Μπάιντεν θα δυσκολευτεί πολύ να γεφυρώσει το βαθύ κοινωνικό ρήγμα στην Αμερική σε μια τετραετία αβέβαιη από πολλές πλευρές. Οι υποστηρικτές του Τραμπ εμφανίζονται έτοιμοι να βοηθήσουν το είδωλό τους με κάθε τρόπο. Είναι η βάση εξουσίας με την οποία ο Τραμπ μπορεί ενδεχομένως να επιβάλει τη θέλησή του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και την τετραετία που έρχεται.

Όπως γράφει η γερμανική «Tagesschau», «δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι δεξιότητες του Ντόναλντ Τραμπ, η στρατηγική ικανότητά του, η συνέπεια και η επιμονή του. Πολύ πριν από αυτόν ουδείς πολιτικός μπόρεσε να δεσμεύσει συναισθηματικά και να πείσει τους υποστηρικτές του να αγωνιστούν για αυτόν». Γίνεται, λοιπόν, όλο και πιο ξεκάθαρο ότι ο Τραμπ θα συνεχίσει να το κάνει ακόμα και ως πρώην πρόεδρος: να χρησιμοποιεί την εκλογική βάση του για να επιβάλει τη βούλησή του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα…

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ