Δευτέρα 14/6/2021

Απένταροι και διαπλεκόμενοι

Τέσσερις είναι οι μεγάλοι θεσμικοί σταθμοί στη λειτουργία των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης στην πατρίδα μας: Η νομοθέτηση και η λειτουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης το καλοκαίρι του 1989, o πρώτος. Η συνταγματική ρύθμιση για το ασυμβίβαστο ιδιοκτήτη ΜΜΕ και προμηθευτή του Δημοσίου, με την προσθήκη που έγινε στο άρθρο 14 από τον Ευάγγελο Βενιζέλο στην αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001, ο δεύτερος.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Ο εκτελεστικός νόμος της ρύθμισης αυτής, που ψηφίστηκε επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή τα Χριστούγεννα του 2004 (βασικός μέτοχος), ο τρίτος. Πρωτοβουλία η οποία συμπληρώθηκε μετά τις κοινοτικές εξελίξεις από τον νόμο για τη συγκέντρωση. Τέλος, η νομοθετική πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ (νόμος Παππά) για τη διαγωνιστική διαδικασία της προκήρυξης και ο κλειστός αριθμός των τηλεοπτικών αδειών, ο οποίος κατέπεσε στο Συμβούλιο Επικρατείας το 2016, ο τέταρτος.

Είναι, νομίζω, η ώρα να αναστοχαστούμε όλοι τι συνέβη, τι πήγε σωστά και τι πήγε λάθος όλα αυτά τα χρόνια, με αφετηρία του προβληματισμού μας την τρέχουσα επικαιρότητα. Υποχρεούμεθα! Με αφορμή όσα καταθέτει στην προανακριτική επιτροπή της Βουλής αυτό τον καιρό ο εργολάβος και παραλίγο καναλάρχης κύριος Καλογρίτσας.

Ο άνθρωπος που υποστηρίζει ότι έστελνε μηνύματα σε υπουργό με την προσφώνηση «Λεβέντη μου, καμάρι μου», ο επιχειρηματίας που ομολογεί ότι δεν «είχε μία» για σταθμό, αλλά έδωσε στο κόμμα του το «όνομά» του ως «ονοματοδότης», ο καναλάρχης ο οποίος ισχυρίζεται ότι κοίμιζε τον υπουργό ΜΜΕ στο σπίτι του και διακρατούσε τις μετοχές του.

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ πήγαν λάθος τρία πράγματα: Πρώτον, ότι η Αριστερά νομοθέτησε παρά το Σύνταγμα και χωρίς να λάβει υπόψη τη θεσμικώς κατοχυρωμένη ανεξαρτησία του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου. Αν είχε ακούσει τις προειδοποιήσεις και είχε αναθέσει στο ΕΣΡ την αδειοδότηση, τα πράγματα δεν θα είχαν εξελιχθεί τόσο άσχημα γι’ αυτήν. Το πιθανότερο είναι ότι θα κατέληγε διά της νομίμου οδού στο ίδιο αποτέλεσμα πάνω κάτω. Αντί για τέσσερις άδειες, θα είχαν δοθεί έξι, και μετά βεβαιότητος το τοπίο θα ήταν περισσότερο πλουραλιστικό του σημερινού.

Δεύτερον, ήταν λάθος ότι ο υπουργός δεν θέσπισε απλώς τους κανόνες, αλλά επιχείρησε να τους εφαρμόσει ο ίδιος. Ενεπλάκη. Και το τρίτο και χειρότερο, όχι απλώς ενεπλάκη, διεπλάκη. Οσα έχει καταθέσει μέχρι στιγμής στην εξεταστική επιτροπή ο κύριος Καλογρίτσας δείχνουν ότι πολιτική και επιχειρείν παραβίασαν έναν θεμελιώδη κανόνα του δημόσιου βίου: Να τηρούν τις αναγκαίες αποστάσεις. Όχι πολύ κοντά, γιατί καίγονται, όχι πολύ μακριά, γιατί παγώνουν.

Αν ισχύουν τα καταγγελλόμενα από τον κύριο Καλογρίτσα περί μετοχών, ο υπουργός ήταν και αφανής καναλάρχης. Διάβολε. Το ασυμβίβαστο νομοθετήθηκε για να αποτρέπει την ταυτόχρονη εμπλοκή επιχειρηματία στα ΜΜΕ, τα δημόσια έργα και τις προμήθειες του Δημοσίου. Εάν τώρα χρειάζεται να νομοθετηθεί και ειδικό ασυμβίβαστο για να αποτραπεί η εμπλοκή υπουργού στα μέσα ενημέρωσης σε ρόλο αφανούς μιντιάρχη, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι είμαστε προ νέας ανωμάλου καταστάσεως. Πέραν αυτών των τριών κραυγαλέων λαθών, οι επιχειρηματικές φιγούρες που είναι σήμερα αναδρομικά στο προσκήνιο και οι περίεργες αιχμές τους για τον «Α2», τον «White Porscha» και το «White House» μάς θέτουν όλους μπροστά στην ευθύνη του ποιοι γίνονται εκδότες και ποιοι καναλάρχες στην πατρίδα μας. Εν τέλει ποιοι κανοναρχούν τον δημόσιο βίο. Ποιοι αποκτούν ισόβια εξουσία χωρίς λαϊκό έλεγχο. Κυκλοφορούν, δυστυχώς, πολλά ακατάλληλα πρόσωπα στην αγορά – με ευθύνη και της πολιτικής.

Η Αριστερά είχε την ευκαιρία της, λοιπόν, αλλά την έχασε, γιατί δεν νομοθέτησε απλώς τις ρυθμίσεις, αλλά είχε την πρεμούρα να τις εφαρμόσει. Πολιτικά δεν έκανε τίποτε διαφορετικό από ό,τι επιχείρησε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1985 με τον Κοσκωτά: Θέλησε να σπάσει το μονοπώλιο συγκεκριμένων κεντροαριστερών συγκροτημάτων, που διαπλέκονταν ευθέως με την εκάστοτε κυβέρνηση, με τις τράπεζες και ενίοτε με τον εξωτερικό παράγοντα. Αλλά ο τρόπος που χρησιμοποίησε την ευκαιρία της ήταν εγκληματικός: Πόνταρε σε απένταρους, ταυτίστηκε μαζί τους, έκανε αδιανόητα πράγματα για να τους εμφανίσει ως εύπορους (βοσκοτόπια) και εν τέλει εξευτελίστηκαν μαζί και εκείνοι και αυτή. Τώρα αντιμετωπίζει και αυτή, όπως ο Ανδρέας, τον κίνδυνο του Ειδικού Δικαστηρίου. Η κεντροδεξιά παράταξη, από την άλλη πλευρά, θέσπισε τους κανόνες και άφησε την αγορά να λειτουργήσει. Με τη διαφορά ότι πολιτεύτηκε με μαξιμαλισμό και αφέλεια. Ηταν τόσο δρακόντειος ο νόμος για τον βασικό μέτοχο, ώστε επέτρεψε στο σύστημα να τον πολεμήσει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και να τον ακυρώσει εν μέρει. Ηταν τόσο αφελής, ώστε πίστεψε ότι οι κοινοτικοί θεσμοί είναι αμερόληπτοι και θα τη δικαιώσουν. Φευ.

Η απόφαση του Eυρωπαϊκού Δικαστηρίου τη δικαίωσε μεν, αλλά επιτρέπει τα ασυμβίβαστα με μέτρο. Αρκεί να μην παραβιάζεται κατάφωρα η αρχή της αναλογικότητας. Όταν εξεδόθη η απόφαση ήταν ήδη αργά. Αποδυναμωμένη πολιτικα η Ν.Δ. από τη σκευωρία του Βατοπαιδίου δεν είχε το σθένος ούτε τη θέληση να νομοθετήσει. Οι δύο πρώτες θεσμικές παρεμβάσεις στα ΜΜΕ, η νομοθέτηση της ιδιωτικής τηλεόρασης το 1989 και η συνταγματική κατοχύρωση του βασικού μετόχου το 2001, κινούνταν στον αντίποδα των δύο νομοθετημάτων του 2004 και του 2016. Είχαν στόχο να διευκολύνουν, όχι να ελέγξουν.

Η πρώτη παρέμβαση είχε στόχο την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου και έδωσε απεριόριστα προνόμια στους καναλάρχες. Τη διαπλοκή που τον έριξε τη δημιούργησε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης – άθελά του. Η συνταγματική παρέμβασή του 2001 έγινε για το θεαθήναι, καθώς ο τόπος βοούσε ότι οι πολιτικοί είχαν γίνει έρμαιο επιχειρηματιών.

Κατοχύρωσε μεν το ασυμβίβαστο και εισήγαγε την έννοια του βασικού μετόχου, αλλά άφησε τεράστια περιθώρια στους διαπλεκόμενους να αγοράζουν κανάλια με παρένθετα πρόσωπα.
Κάνω αυτή τη μακρά -και ελπίζω ακριβοδίκαιη- αναδρομή σήμερα για δύο λόγους: Για να είμαι δίκαιος και να γίνουν δίκαιοι και όλοι οι άλλοι που ακούνε τι κατατίθεται στην εξεταστική και παριστάνουν τους έκπληκτους. Κάνουν λες και ακούνε ότι πρώτη φορά γίνονταν αυτά τα πράγματα στην Ελλάδα. Ενώ στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ αντέγραψε ερασιτεχνικά και αποτυχημένα τα καλύτερα κόλπα τους.

Και ο άλλος λόγος είναι για να αναστοχαστούμε τι ακολούθησε στην τηλεόραση μετά την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να την ελέγξει. Γιατί σήμερα δεν κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί, επίσης, σήμερα έχει καταργηθεί η σκέψη από την τηλεόραση. Ο διάλογος. Η ανταλλαγή απόψεων. Ιχνος δεν υπάρχει! Είναι τόσο μεγάλη η φτώχεια στο μιντιακό τοπίο σήμερα, ώστε έφθασε μια συνέντευξη απαιτήσεων του υπουργού Τουρισμού στο BBC για να συνειδητοποιήσει ο κόσμος στην Ελλάδα ότι οι δημοσιογράφοι ξεχάσαμε να ρωτάμε και, όταν ρωτάμε, δεν ρωτάμε αυτά που πρέπει. Δεν γινόμαστε ενοχλητικοί. Το ερώτημα δεν είναι, λοιπόν, τι έγινε το 2016 μόνον. Το ερώτημα είναι τι γίνεται σήμερα. Φοβάμαι, δε, ότι η απάντηση δεν μας κολακεύει. Θα επανέλθω.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ