Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

Δυσπιστία σε ΗΠΑ και Ε.Ε. προκαλεί το Πεκίνο

Μεγάλη δυσπιστία και τριβές στις σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και τους ισχυρότερους Ευρωπαίους εταίρους προκαλεί η επιλογή της κυβέρνησης για ταχεία αναβάθμιση της οικονομικής συνεργασίας με την Κίνα…

  • Από τον Αλέξανδρο Τάρκα

… ενώ ταυτόχρονα και το Πεκίνο φέρεται δυσαρεστημένο (σε χαμηλούς τόνους ως τώρα) λόγω της προ ημερών «εξισορροπητικής» απόρριψης τμήματος του επενδυτικού σχεδίου της COSCO στον Πειραιά.

Ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης, ο υπουργός Εξωτερικών Ν. Δένδιας και οι οικονομικοί υπουργοί έχουν ασφαλώς δίκιο, όταν δηλώνουν δημόσια και σε συναντήσεις με ξένους ομολόγους τους ότι η Ελλάδα υποδέχεται όλους τους ξένους επενδυτές υπό την προϋπόθεση σεβασμού της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας, ιδίως σε θέματα ανταγωνισμού.

Προσθέτουν (όπως πρώτη φορά ισχυρίστηκε -απολογητικά- η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κατά τον α΄ γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου με τις ΗΠΑ, τον Δεκέμβριο του 2018) ότι, αν υπάρχουν υποψίες διασύνδεσης των οικονομικών σχεδίων του Πεκίνου με στρατηγικές και πολιτικές επιδιώξεις του στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια, κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας, γιατί οι κινεζικές επενδύσεις δεν αφορούν τις βασικές υποδομές στη χώρα μας.

Ωστόσο, τα ελληνικά επιχειρήματα δεν εκλαμβάνονται, τις τελευταίες εβδομάδες, ως πειστικά από Αμερικανούς και Ευρωπαίους αξιωματούχους, καθώς οι προτάσεις της COSCO και άλλοι σχεδιασμοί του Πεκίνου δείχνουν ότι πλέον επιχειρούνται, ακριβώς, ο έλεγχος βασικών υποδομών και η άσκηση πολιτικής επιρροής. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μ. Πομπέο απέρριψε (σε συνέντευξη στον Αλ. Παπαχελά) το ελαφρυντικό πως η Κίνα ήταν η μόνη που συνέδραμε την Ελλάδα τα περασμένα χρόνια, δηλώνοντας ότι «εγώ θυμάμαι πως, όταν η Ελλάδα ήταν μέσα στην κρίση, ήρθε και η Αμερική για να βοηθήσει». Αναγνώρισε ότι «η Ελλάδα θα πάρει τις κυρίαρχες αποφάσεις» και «κάθε χώρα έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει», επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι «ζητάμε να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά», γιατί «όταν η Κίνα εμφανίζεται και το σχέδιο φαίνεται πολύ καλό για να είναι αληθινό, τότε πρέπει να προσέξετε».

Παρόμοια (ή αυστηρότερη) φρασεολογία έχει χρησιμοποιήσει, σε κλειστές διπλωματικές διαβουλεύσεις, το Βερολίνο, παρά την επιτυχία των πρόσφατων συνομιλιών του κ. Μητσοτάκη με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ και του κ. Δένδια με τον ομόλογό του Χ. Μάας. Σε μια περίοδο που η κυβέρνηση εξαρτά σχεδόν τα πάντα από το Βερολίνο για την αντιμετώπιση του Μεταναστευτικού, πριν λάβει διαστάσεις εθνικής καταστροφής, εδραιώνεται έντονη γερμανική καχυποψία λόγω της κινεζικής εξόρμησης στην Ελλάδα.

Απορρίπτεται, όπως και από την Ουάσινγκτον, η εκδοχή περί μη ελέγχου των βασικών υποδομών, επισημαίνοντας τον κίνδυνο παρεμβάσεων του Πεκίνου στην Αθήνα με σκοπό τη διάσπαση της ομοφωνίας στην Ε.Ε. Παρόμοιες ανησυχίες εκφράζονται, εδώ και μήνες, από τη Γαλλία, που, ως γνωστόν, έχει προτεραιότητα στον ελλαδικό και τον κυπριακό σχεδιασμό για την αποτροπή δυσμενών εξελίξεων στη ΝΑ Μεσόγειο.

Όμως, όπως υπογραμμίζουν άριστα πληροφορημένες διπλωματικές πηγές, το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι και η Κίνα σκληραίνει τη στάση της, αυξάνοντας τις απαιτήσεις έναντι της Ελλάδας! Το Πεκίνο επιδιώκει αφενός να εκμεταλλευθεί το -δικαιολογημένο- άγχος της κυβέρνησης για ξένες επενδύσεις, αφετέρου την -αδικαιολόγητη- σπουδή της να παρουσιάσει μια εικόνα έλευσης δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Εκτιμάται, επίσης, ότι η κινεζική πλευρά επιθυμεί να εξουδετερώσει τις αμερικανικές παρεμβάσεις προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως και την ελληνική συναίνεση στην υιοθέτηση κοινής στάσης από την Ε.Ε. σε πλήθος θεμάτων, μετά την ανάληψη καθηκόντων της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Σε αυτό το πλαίσιο, κατά τις ίδιες πηγές, το Πεκίνο δεν προτίθεται να δικαιώσει την προσδοκία (κυρίως του Μεγάρου Μαξίμου και λιγότερο του υπουργείου Εξωτερικών) για μαζική υπογραφή επενδυτικών συμφωνιών κατά την παρουσία του κ. Μητσοτάκη στην έκθεση CIIE της Σανγκάης την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου και κατά την επίσκεψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Αθήνα λίγες ημέρες αργότερα. Αντίθετα, οι σκληρότατοι Κινέζοι διαπραγματευτές θα προσφέρουν πολλά -και ανέξοδα- Μνημόνια Κατανόησης (MoU), που θα δημιουργήσουν νέες ελπίδες στην Αθήνα και θα προσφέρονται για την έναρξη ατέρμονων συζητήσεων με σκοπό τη μεγαλύτερη εξάρτηση της ελληνικής κυβέρνησης από την ισχύ του Πεκίνου. Την ίδια στιγμή, σε εκκρεμότητα παραμένει η αδειοδότηση λειτουργίας κινεζικών τραπεζών στην Αθήνα και στον Πειραιά (ίσως υπάρξει πρόοδος τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο), ενώ στις αρχές του 2020 θα επανεξεταστούν θέματα σχετικά με την ελληνική συμμετοχή στην πρωτοβουλία «One Belt – One Road» και τη συνδεόμενη διαδικασία «17+1» με χώρες των Βαλκανίων και της κεντρικής Ευρώπης.

*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Η δύναμή μας είστε εσείς! Γίνετε ενεργά δημοσιογράφοι του newsbreak.gr! Στείλτε μας ειδήσεις, βίντεο και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]

ΔΗΜΟΦΙΛΗ