Σάββατο 8/5/2021

Οι ναζί επιστρέφουν στον τόπο του εγκλήματος

Μέρος Γ’:
Ένας εκτελεστής Κρητικών στο Ράλλυ Ακρόπολις…

  • Από τον Γιώργο Χαρβαλιά

Την περασμένη Κυριακή ανασύραμε στη μνήμη την περίπτωση του «χασάπη της Θεσσαλονίκης» Μαξ Μέρτεν, ο οποίος λίγα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου είχε το θράσος να έρθει στην Ελλάδα ως μάρτυρας υπεράσπισης ενός άλλου διαβόητου εγκληματία και στενού συνεργάτη του στους απάνθρωπους διωγμούς των Εβραίων.

Σχεδόν την ίδια εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, η άφιξη ακόμη ενός χιτλερικού δολοφόνου συγκλόνιζε το πανελλήνιο, καθώς ο τελευταίος είχε την αναίδεια να επιστρέψει στην Ελλάδα ως… οδηγός στο Ράλλυ Ακρόπολις!

Ο αξιωματικός της Βέρμαχτ Χανς Γκίντερ Κόλβες είχε υπηρετήσει στην Κρήτη, όπου διέπραξε σωρεία εγκλημάτων, με αποκορύφωμα την εκτέλεση, στις 4 Ιανουαρίου του 1944, επτά ομήρων στο Ακρωτήρι Χανίων, ιδιαίτερη πατρίδα του σημερινού πρωθυπουργού…

To ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου είχε συμπεριλάβει τον Κόλβες από τον Φεβρουάριο του 1956 στον κατάλογο των διωκόμενων στην Ελλάδα ναζί, ενώ στις 10 Απριλίου 1958 εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του.

Μετά την ψήφιση του κατάπτυστου νόμου 3933/1959 περί αμνήστευσης Γερμανών εγκληματιών πολέμου (με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια 200.000.000 μάρκων από το Βερολίνο), ο Κόλβες θεώρησε ότι δεν κινδυνεύει και το καλοκαίρι του 1959 αποφάσισε να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα για να συμμετάσχει στο Ράλλυ Ακρόπολις. Όπως αναφέρει στο βιβλίο του «Ξεχασμένα πρωτοσέλιδα» ο δημοσιογράφος και ερευνητής Γιάννης Ράγκος (εκδόσεις Polaris 2016), που ασχολήθηκε εκτεταμένα με την υπόθεση, ο Κόλβες συμμετείχε τακτικά σε ευρωπαϊκά ράλι ήδη πριν από την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ήταν γνωστός στη διεθνή κοινότητα οδηγών αυτοκινήτου. Μάλιστα, είχε λάβει μέρος και στο προηγούμενο Ράλλυ Ακρόπολις, την άνοιξη του 1958, χωρίς κανείς να τον ταυτοποιήσει, παρότι ένας Γερμανός συνάδελφός του, που προφανώς δεν συμμεριζόταν τη χιτλερική ιδεολογία, είχε ειδοποιήσει τις ελληνικές Αρχές για την παρουσία του.

Την επόμενη χρονιά όμως, αν και εφησυχασμένος, υπήρξε άτυχος γιατί έπεσε πάνω σε έναν πολύ παρατηρητικό, κρητικής καταγωγής, αστυνομικό. Ο Κόλβες είχε ολοκληρώσει τη συμμετοχή στον αγώνα (τερμάτισε 11ος), παραλαμβάνοντας αναμνηστική πλακέτα από τον τότε βασιλέα Παύλο και αναχωρούσε από την Ελλάδα με κατεύθυνση τη Βενετία, για ταξίδι αναψυχής, συνοδευόμενος από μία ωραία κυρία ονόματι Ρουθ Σάουτμαν. Όμως στον έλεγχο διαβατηρίων, λίγο προτού επιβιβαστεί στο επιβατικό πλοίο «Αγαμέμνων», στο λιμάνι του Πειραιά, τον σταμάτησε ο υπαστυνόμος Σπύρος Βασιλάκης, διαπιστώνοντας ότι το όνομά του περιέχεται στον κατάλογο εγκληματιών πολέμου και εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του.

Ο Βασιλάκης ετοιμαζόταν να μεταφέρει τον καταζητούμενο στο Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα, όταν, ως εκ θαύματος, δέχτηκε ξαφνικά ένα τηλεφώνημα. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν κάποιος «ιδιαίτερος» του υφυπουργού Εξωτερικών, που του… συνέστησε να αφεθεί ελεύθερος ο Γερμανός κρατούμενος.

Ο ευσυνείδητος υπαστυνόμος δεν «μάσησε» και ζήτησε να μιλήσει απευθείας με τον υφυπουργό, ο οποίος τον διέταξε «να παύσει αμέσως η κράτησις του Γερμανού υπηκόου διά να δυνηθεί να φύγει με το ατμόπλοιον» (σ.σ.: οποιαδήποτε συνειρμική ταύτιση με τη φυγάδευση του αρχιμιζαδόρου της Siemens Χρήστου Καραβέλα στις μέρες μας, λόγω «αβελτηρίας» του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, πρέπει να θεωρείται εντελώς συμπτωματική…). Όπως διηγήθηκε ο ίδιος ο Βασιλάκης, λίγη ώρα πριν ο Κόλβες είχε επικοινωνήσει με τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα…

Η υπόθεση όμως δεν θα τελείωνε εκεί, γιατί, εκτός από τον Βασιλάκη, κινητοποιήθηκαν κι άλλοι μη επίορκοι κρατικοί λειτουργοί: ο ανώτατος εισαγγελέας Ανδρέας Τούσης, που είχε προτείνει την ενοχή του Μαξ Μέρτεν (και για τον λόγο αυτόν έμεινε στάσιμος στις κρίσεις και δεν έφτασε ποτέ στο αξίωμα του εισαγγελέα Αρείου Πάγου) και ο ειδικός ανακριτής του ελληνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου Ιωάννης Γραφιανάκης, που έστειλε κατεπείγον τηλεγράφημα στον πλοίαρχο του «Αγαμέμνων» Ιωάννη Πολυχρονιάδη ζητώντας του να φωνάξει τον Γερμανό ραλίστα και να τον ανακρίνει αν και πότε είχε υπηρετήσει στην Ελλάδα καθώς και πώς συνδέεται με την εκτέλεση ομήρων στον Ακρωτήρι Χανίων.

Ο τελευταίος μάλλον απρόθυμα φώναξε τον Κόλβες στην ιδιαίτερη καμπίνα του και ο τελευταίος εμφανίστηκε μετά της συνοδού του. Κατόπιν υποδείξεως της τελευταίας και προτού απαντήσει επικοινώνησε εκ νέου με τη γερμανική πρεσβεία. Αμέσως μετά γύρισε θρασύτατα προς τον πλοίαρχο λέγοντας: «Αρνούμαι να απαντήσω εις οιαδήποτε ερώτησή σας».

Όπως ανέφερε στην κατάθεσή του ο πλοίαρχος Πολυχρονιάδης, υποχρέωσε τον Γερμανό καταζητούμενο να διατυπώσει την άρνησή του με έγγραφη δήλωση την οποία ο τελευταίος παρέδωσε ασμένως, αφού πρώτα είχε εξασφαλίσει ισχυρές πλάτες. Πράγματι, λίγο αργότερα και προτού φτάσει το πλοίο στη Βενετία, ο Έλληνας τοπικός πρόξενος διαβίβασε εντολή στον καπετάνιο του «Αγαμέμνων» να αφήσει τον Κόλβες και τη συνοδό του ελεύθερους να αποβιβαστούν!

Η παράθεση των γεγονότων, ανατριχιαστική, αλλά και απολύτως επίκαιρη σε σχέση με όσα συμβαίνουν και σήμερα στην Ελλάδα από πολιτικούς υποτελείς στα κελεύσματα της εδώ γερμανικής πρεσβείας, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχόλια ή αναλύσεις. Ο νόμος κατελύθη με ένα τηλεφώνημα κάποιου «ιδιαιτέρου» από υπουργικό γραφείο, επειδή αυτό «επέβαλλε η ανάγκη βελτίωσης των ελληνογερμανικών σχέσεων», όπως εξήγησαν στη Βουλή κορυφαίοι υπουργοί της τότε κυβέρνησης Καραμανλή.

Τι κι αν ο ήρωας εισαγγελέας Ανδρέας Τούσης διέταξε άμεσα προκαταρκτική εξέταση για τις συνθήκες διαφυγής του Κόλβες. Τελικά, οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στράφηκαν όχι κατά των πολιτικών, αλλά κατά των κρατικών λειτουργών που είχαν ευθύνη για τον εντοπισμό του, μεταξύ των οποίων και του υπαστυνόμου Βασιλάκη που τον συνέλαβε… Μερικά πράγματα λοιπόν δεν αλλάζουν σ’ αυτή τη χώρα, ίσα ίσα χειροτερεύουν.

Την επόμενη Κυριακή: στο τέταρτο και τελευταίο τμήμα του αφιερώματος: «Το παράδειγμα του Μεταξά, οι σημερινοί δωσίλογοι και το εθνικό χρέος για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων»

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ