Σάββατο, 6 Μαρτίου 2021

Μεταναστευτικό: «Όχι» στα ελληνικά αιτήματα

Το ορατό πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση, ως προς το Μεταναστευτικό, εντοπίζεται στις έντονες αντιδράσεις στα νησιά (και μεσοπρόθεσμα στην ηπειρωτική χώρα), αλλά το παράλληλο «αόρατο» πρόβλημα εξελίσσεται στις Βρυξέλλες με την απόρριψη σχεδόν όλων των ελληνικών αιτημάτων.

  • Από τον Αλέξανδρο Τάρκα

Έγκυρες πηγές, με γνώση του σχεδιασμού πολιτικής και των πρώτων αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπό την πρόεδρο Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σημειώνουν πως, πέρα από τις διπλωματικές αβρότητες με εγκώμια για τη νέα ελληνική νομοθεσία, τα μηνύματα προς την Αθήνα είναι αρνητικά ως προς τα ουσιώδη θέματα.

Πρώτα απ’ όλα, στο επίπεδο των υπηρεσιακών παραγόντων, ξεκαθαρίζεται πως δεν πρόκειται να υπάρξει υποχρεωτικός μηχανισμός μετεγκατάστασης στο νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου, όπως δικαίως και διακαώς επιθυμεί η ελληνική κυβέρνηση.

Προστίθεται ότι, εκτός ενδεχόμενων μεταβατικών διατάξεων, είναι ανεδαφική η εμμονή στην προώθηση υποχρεωτικού μηχανισμού, επειδή θα παραβίαζε τον πυρήνα της πολιτικής ασφάλειας και δικαιοσύνης των εθνικών κυβερνήσεων, και άλλωστε θα αποτύγχανε στην πράξη.

Προς το παρόν, η Κομισιόν δίνει έμφαση μόνον, αφενός, στην ενίσχυση των ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. και, αφετέρου, στη στενότερη συνεργασία με τρίτες χώρες της κεντρικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής, από τις οποίες προέρχεται η συντριπτική πλειονότητα των μεταναστών (και όχι προσφύγων).

Φαινομενικά, και οι δύο άξονες πολιτικής είναι θετικοί για τα ελληνικά συμφέροντα, καθώς ελπίζεται ότι θα υπάρξουν ταυτόχρονη μείωση των εισόδων και αύξηση των επιστροφών παράνομων μεταναστών, αλλά στην πραγματικότητα δεν επιτρέπεται μεγάλη αισιοδοξία.

Γιατί η ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων θα συνοδεύεται από περισσότερες δεσμεύσεις των χωρών πρώτης υποδοχής, όπως η Ελλάδα, ενώ, οι επιστροφές, αν και έχουν κάπως αυξηθεί, θα απαιτήσουν μεγάλο χρόνο και δεν θα εξισορροπήσουν τις συνέπειες των μεγάλων εισροών.

Χαρακτηριστικό της στάσης των υπηρεσιακών παραγόντων στις Βρυξέλλες είναι το γεγονός ότι απορρίπτουν τις ελληνικές προτάσεις ακόμα και για τη λεγόμενη «ημερήσια βίζα» στα νησιά, προς διευκόλυνση του θερινού τουριστικού ρεύματος από τα τουρκικά παράλια.

Υποστηρίζουν ότι, στην καθημερινή πρακτική, μπορεί να υπάρξει σύγχυση μεταξύ μεταναστών και τουριστών (κατά κανόνα Τούρκων, Αμερικανών και Βρετανών πολιτών), απορρίπτοντας μάλιστα την προεργασία που είχε κάνει πέρυσι ο Δ. Αβραμόπουλος, πριν από τη λήξη της θητείας του στην Κομισιόν.

Παράλληλα, οι πρώτες κινήσεις της Κομισιόν για την επεξεργασία και υιοθέτηση του νέου Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου (ΚΕΣΑ) δείχνουν ότι οι προτάσεις της θα ομοιάζουν, σε απελπιστικό βαθμό, με όσα έχουν διαρρεύσει για τις προθέσεις της Γερμανίας.

Δηλαδή, μπορεί μεν να διευκολυνθούν η Ελλάδα και οι άλλες χώρες πρώτης υποδοχής ως προς το 5% ή το 10% των αιτούντων που θα λάβουν τελικά άσυλο (με την απόφαση χορήγησής του σε κεντρικό επίπεδο και τη σταδιακή μεταφορά μικρού αριθμού σε χώρες-μέλη που θα συναινέσουν), αλλά για το υπόλοιπο 90% ή 95% δεν θα υπάρχει καμιά ευρωπαϊκή δέσμευση. Χωρίς να ομολογείται, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θα εγκλωβιστούν στην Ελλάδα, με τις γνωστές συνέπειες για τους ίδιους και τη σταθερότητα, την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια και την κοινωνική γαλήνη της χώρας.

Η ταύτιση της κυρίας Φον ντερ Λάιεν με τις απόψεις του Βερολίνου δεν εξηγείται, απλοϊκά, μόνον με τη γερμανική υπηκοότητά της, αλλά οφείλεται στην έξυπνη πολιτική της Καγκελαρίας, που έσπευσε να εξασφαλίσει την καταρχάς συμφωνία των περισσότερων χωρών-μελών της Ε.Ε. στο σχέδιό της.

Επί των προτάσεων του Βερολίνου, αρνητικός είναι και ο παράγοντας του μεγάλου χρόνου που θα μεσολαβήσει μέχρι την επίσημη κατάθεσή τους (μετά την ανάληψη καθηκόντων της γερμανικής προεδρίας την 1η Ιουλίου) και μέχρι τη συζήτηση και -πιθανότατη- υιοθέτησή τους, ίσως κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου. Ως τότε, η ελληνική πλευρά δεν θα μπορεί να ελπίζει ούτε σε ελάχιστη διευκόλυνσή της.

Διαψεύδονται δε οι προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί στην κυβέρνηση για στήριξή της μετά τη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη με την καγκελάριο Ανγκ. Μέρκελ, τον περασμένο Αύγουστο, και μετά τις συνομιλίες με τον Γερμανό υπουργό Εσωτερικών Χ. Ζέεχοφερ στην Αθήνα τον Οκτώβριο.

Ταυτόχρονα, όπως είχε επισημάνει και προ τριμήνου η «δημοκρατία», συνεχίζονται, εκ μέρους της Κομισιόν και της Γερμανίας, οι διαμαρτυρίες για τις χαρακτηριζόμενες ως «δευτερογενείς ροές» μεταναστών από το ελληνικό έδαφος προς τις γειτονικές βαλκανικές χώρες, απ’ όπου υφίσταται κίνδυνος διάχυσής τους στην κεντρική Ευρώπη. Η πραγματικότητα, πάντως, είναι ότι οι ροές αυτές είναι πολύ μικρές και πως οι ελληνικές Αρχές είναι απόλυτα συνεργάσιμες με τις αρμόδιες ευρωπαϊκές.

*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ