Κυριακή, 7 Μαρτίου 2021

Οι αρχές του πατρός μου

Τα χαράματα της Τρίτης έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου: Στυλιανός Κοττάκης του Εμμανουήλ και της Μαρίας, ετών 77, συνταξιούχος ΙΚΑ.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Πολύ ιδιαίτερη στιγμή για μένα, τον αδελφό μου Δημήτρη, τα εγγόνια του Στέλιο και Μιχάλη, και προπάντων για τη μητέρα μου Αναστασία, που πορεύτηκε μαζί του τα τελευταία 54 χρόνια του βίου τους.

Από το 1966 μαζί. Σπάνιο στις μέρες μας. Πρωτότοκος γιος επταμελούς πολύτεκνης οικογένειας, γιος ψαρά, από 15 ετών στον κόσμο της εργασίας, χωρίς εγκύκλιες γνώσεις (αλλά ασύλληπτη παιδεία), ο Στέλιος Κοττάκης ηγήθηκε μιας κλασικής ελληνικής πυρηνικής μεσοαστικής οικογένειας. Η οικογενειακή μας πορεία ακολούθησε την πορεία ανόδου της πατρίδας μας.

Έχτισε το σπίτι μας με τα ίδια του τα χέρια, μας μεγάλωσε χωρίς να λείψει ποτέ τίποτε, μας καμάρωσε φοιτητές -το ίδιο και τα εγγόνια του-, μας πήγε στην εκκλησία με τα βιολιά γαμπρούς, μας χαιρέτησε με τον τρόπο του κατά τη βραχεία νοσηλεία του στο Νοσοκομείο της Αίγινας «Ο Άγιος Διονύσιος».

Δεν γράφω σήμερα απλώς στη μνήμη του. Ούτε για να του πω μόνο «ευχαριστώ». Γράφω για να μοιραστώ μαζί σας τις αρχές που μας εμφύσησε, μαζί με τη μητέρα μου. Για όση αξία έχει για εσάς.

Η πρώτη αρχή που μου κληροδότησε ήταν υπό μορφή ερωτήματος: «Πόσο από τον ελεύθερο χρόνο σου διαθέτεις για την κοινωνία;» Ο ίδιος, μολονότι ήταν χειμώνα καλοκαίρι πάνω στις σκαλωσιές και στα μαδέρια, δεν έλειψε ποτέ από τα κοινά. Πρόεδρος συλλόγου γονέων και κηδεμόνων, αντιπρόεδρος κοινότητας, γραμματέας σωματείου οικοδόμων, πρόεδρος συνταξιούχων ΙΚΑ.

Όλοι οι διευθυντές της Εργατικής Εστίας και οι διοικητές του ΙΚΑ τον γνώριζαν. Δωροδοκώντας τους με τον κλασικό αιγινήτικο τρόπο, με δύο κιλά φιστίκια κάθε φορά, εξασφάλιζε τις καλύτερες εκδρομές για τους εργάτες και τους συνταξιούχους του νησιού μας. Τώρα, στα στερνά του, έμαθα πως είχε επισκευάσει έως και τις καταρρέουσες οροφές του νοσοκομείου μας, δωρεάν φυσικά. Η πρώτη αρχή, λοιπόν, που μετέδωσε σ’ εμένα και στον αδελφό μου ήταν η εξής: «Με την κοινωνία».

Η δεύτερη αρχή του ήταν «να είσαι τίμιος. Χρήματα που δεν έχεις βγάλει με τον ιδρώτα σου δεν μπορείς να τα χαρείς!». Θέλω να πιστεύω πως και εγώ και ο αδελφός μου τον δικαιώσαμε.

Η τρίτη αρχή του ήταν «να μη χρωστάς!». Κάθε Σάββατο απόγευμα οι εργάτες που έχτιζαν οικοδομές υπό τις οδηγίες του περνούσαν από το σπίτι μας και λάμβαναν την αμοιβή τους. Πρώτα τους εξοφλούσε και μετά κατεβαίναμε στην αγορά. Αλλιώς, δεν είχε πρόσωπο.

Η τέταρτη αρχή του ήταν «να είσαι συνεπής στα ραντεβού σου». Απεχθανόταν τις καθυστερήσεις. Αν είχε ραντεβού σε υπουργείο στην Αθήνα στις 12, έφευγε με το πρώτο πρωινό πλοίο, στις 06.30! Απίστευτος.

Η πέμπτη αρχή του ήταν «να αγαπάς τη ρίζα σου. Τον τόπο σου. Να μην τον ξεχνάς». Καμάρωνε που η Αίγινα ήταν η πρώτη πρωτεύουσα! Το έλεγε με υπερηφάνεια στον πρόεδρο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Τραπέζης της Ελλάδος Εμμανουήλ Κάσδαγλη, το σπίτι του οποίου είχε φτιάξει στο νησί. Σε αυτό έχω να κάνω κι άλλα, για να τον δικαιώσω.

Ο πατέρας μου έμαθε εμένα και τον αδελφό μου -σταματώ την απαρίθμηση- να μη μισούμε. Να μη βλάπτουμε τον διπλανό. Αυτό δεν μας το είπε ποτέ! Μας το μετέδωσε με τον τρόπο του. Πολιτικά μάς το έδειξε με την αγαστή του συνεργασία με τους έντιμους συνδικαλιστές της Αριστεράς Διαμαντή Μαυροδόγλου και Δήμο Κουμπούρη.

Μας μετέδωσε, επίσης, ασυναίσθητα την αγάπη του για τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο, την Κύπρο. Την Κύπρο, όπου υπηρέτησε το 1960, μας την έμαθε από τις διηγήσεις του. Την ηπειρωτική Ελλάδα τη μάθαμε χάρη στις εκδρομές που μας πήγαινε κάθε Αύγουστο. Χορτάτος από θάλασσα, αναζητούσε τα ποτάμια, τις λίμνες, τα έλατα και την Ιστορία. Καλπάκι, Εύζωνες, Μουσείο Βεργίνας, Σουμελά, Καστοριά, Έδεσσα, Κομοτηνή οι αγαπημένοι προορισμοί μας. Μας μετέδωσε, επίσης, την αγάπη του για την παράδοση και τη μουσική της. Έσερνε πάντα τον χορό μόλις άκουγε το νησιώτικο «Η αγάπη σου μ’ αρέσει».

Ο πατέρας μου, τέλος, μου μετέδωσε ασυναίσθητα την αγάπη του για τις εφημερίδες. Ο ίδιος με ονειρευόταν πολιτικό μηχανικό. Αλλά έκανε το λάθος κάθε μεσημέρι που γύριζε σπίτι από τη δουλειά να μας φέρνει, μαζί με δύο σοκολάτες ΙΟΝ, και την «Απογευματινή»!

Αγάπησα το χαρτί από πολύ μικρός χάρη σε αυτόν. Εκείνος παρακολουθούσε πολιτική, παθιαζόταν με την πολιτική -έπαιρνε πούλμαν για να πάει στη Θεσσαλονίκη, να ακούσει με τη μητέρα μου τον Αβέρωφ το 1984, αλλά μας ζητούσε πάντοτε να μείνουμε μακριά της.

«Πάλι εγώ φταίω;» με ρωτούσε με παράπονο κάθε φορά που έβλεπε τη σύνταξή του πετσοκομμένη. Αγαπούσε πολύ τον παππού Καραμανλή («Κύριε πρόεδρε, η οικογένειά μου» μας σύστησε, όταν ο Εθνάρχης έκανε βόλτα στην παραλία της Αίγινας το 1975), αγαπούσε, επίσης, τον Κώστα Καραμανλή και δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του για τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ενδιαφέρθηκε προσωπικά στην πρώτη περιπέτεια με την υγεία του το 2014.

Θα τον θυμάμαι πάντα με την πρώτη εικόνα που έχω στη μνήμη μου από εκείνον από την παιδική μου ηλικία: Τον βλέπαμε με τον αδελφό μου και τη μητέρα μου να επιβιβάζεται στο ταξί Σεβρολέτ του Αντώνη Αλυφαντή και να φεύγει για την Κύπρο και πάλι. Στην επιστράτευση του 1974! Με καραμανλικούς όρους, αυτός ο αμόρφωτος, πλην υψηλής παιδείας και καλλιέργειας πατέρας «δικαίωσε το πέρασμά του από τη ζωή».

Από την Αναστασία, τον Δημήτρη και εμένα, καλό ταξίδι, Στελλάκο μας. Εμείς, όπως ζητούσες πάντα, θα προσπαθήσουμε να «αγαντάρουμε»!

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ