Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2021

Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΔΗ – Ο γόης του σινεμά που ήθελε να γίνει δεσπότης!

Επρεπε να περάσουν 60 ολόκληρα χρόνια για να δώσει ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης, ο πιο ακριβοθώρητος ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου, την πρώτη του συνέντευξη. Ο γόης της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, ο οποίος με μόλις 12 ταινίες στο ενεργητικό του κατάφερε να γίνει σταρ στο πλευρό της Αλίκης Βουγιουκλάκη, της Ζωής Λάσκαρη, του Αλέκου Αλεξανδράκη και του Κώστα Βουτσά, αυτοβιογραφείται στην «Espresso»…

Η συνάντησή μας έγινε μακριά από την πολύβουη Αθήνα, στο ησυχαστήριό του στην Πελοπόννησο, εκεί όπου ζει μόνιμα τα τελευταία 15 χρόνια. Φιλόξενος, μας καλωσορίζει ποτίζοντας τους ιβίσκους του και μας μιλάει για όλα: για την Αλίκη και το «Δόλωμα», για τη Ζωή Λάσκαρη και τα γλέντια τους, αλλά και για το κλάμα που έριξε όταν εκείνη έφυγε από τη ζωή, για τις κλίκες που υπήρχαν στη Finos Film, για την κόντρα του με τον Νίκο Φώσκολο…

«Ήταν νομίζω το timing που με έκανε να δώσω αυτή τη συνέντευξη. Δεν έχω ξαναδώσει. Δεν με ενδιέφερε και ούτε με ενδιαφέρει η δημοσιότητα. Δέχομαι στον τηλεφωνητή κάθε χρόνο δεκάδες προτάσεις για εμφανίσεις, για συνεντεύξεις. Γιατί να δώσω; Δεν έχει κανένα νόημα. Και θέλω μια εξυπηρέτηση: καταχώρισε τα στοιχεία του βιογραφικού μου στο ίντερνετ, γιατί δεν ξέρω καθόλου από τεχνολογία, απλά για να υπάρχουν», μας λέει χαριτολογώντας.

«Δεν ξέρω γιατί μου κρύβουν χρόνια στο ίντερνετ και παντού, αλλά είμαι γεννημένος στις 4 Αυγούστου 1940» μας λέει και αρχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεών του. «Ο πατέρας μου ήταν φαντάρος όταν γεννήθηκα και δούλευε ως εργολάβος ελαιοχρωματιστής. Γεννήθηκα στην Αθήνα, στην περιοχή Σόνια της λεωφόρου Αλεξάνδρας, και αυτό που θυμάμαι αμυδρά ως παιδί του πολέμου είναι το καταφύγιο που υπήρχε πίσω από την τουαλέτα που είχαμε στην αυλή, αλλά και το πλιγούρι που τρώγαμε κάθε μέρα» αναφέρει συγκινημένος.
«Οταν τέλειωσε ο πόλεμος, ο πατέρας μου εργαζόταν στα σκηνικά της κινηματογραφικής εταιρίας Δαμασκηνός – Μιχαηλίδης και τα καλοκαίρια με έπαιρνε μαζί του. Εκανα όλες τις δουλειές. Αυτό ήταν θείο δώρο, γιατί μετέπειτα με τα χέρια μου έφτιαχνα τα πάντα και ήμουν και πολύ καλός μαθητής, αλλά μπήκα από μικρός στη Σχολή Σταυράκου και δεν μπόρεσα να ζήσω έντονα τα μαθητικά μου χρόνια. Ωστόσο, το παιδικό μου όνειρο ήταν να γίνω… δεσπότης (γέλια)».

Στη Finos Film

Η πρώτη ταινία του Βαγγέλη Βουλγαρίδη ήταν οι «Νύχτες στο Μιραμάρε» του 1961 και αυτό που θυμάται έντονα είναι ότι επειδή ο Κώστας Πρέκας είχε απίστευτο σώμα, λόγω της ενασχόλησής του με τον αθλητισμό, εκείνος ντρεπόταν να βγάλει τα ρούχα του στις σκηνές που έπρεπε. Γελάμε πολύ!
«Εγώ χρωστάω πάρα πολλά από την καριέρα μου στον διευθυντή παραγωγής της κινηματογραφικής εταιρίας του Δαμασκηνού – Μιχαηλίδη, τον Βύρωνα Παπαμιχάλη. Εκείνος με συμβούλευε για όλα. Ο πατέρας μου δεν ήθελε ούτε να ακούσει για το επάγγελμα που ακολούθησα. Οταν με είδε έξω από τη Σχολή Σταυράκου, έφυγα από το σπίτι… Και ξαφνικά με βρήκε ο Γιώργος Θεοδοσιάδης και μου είπε: “Η Έλσα Βεργή ανοίγει θέατρο, θες να έρθεις να κρατάς το μικρόφωνο”. Φυσικά και άδραξα την ευκαιρία. Το μόνο που έκανα ήταν να πατάω το κουμπί στο κασετοφωνάκι και να παίζει η μουσική. Ξαφνικά στο σενάριο βρίσκεται και ένα βουβό πρόσωπο, ένας ναύτης τον οποίο μου πρότειναν να τον κάνω εγώ». Από τα χρήματα που κέρδισε από τον ρόλο, νοίκιασε διαμέρισμα και η ζωή του άρχισε να παίρνει τον δρόμο της…


Το όνειρο για τον Βαγγέλη Βουλγαρίδη δεν άργησε να πάρει σάρκα και οστά, όταν μετά τις «Νύχτες στο Μιραμάρε» τον κάλεσαν στη Finos Film. «Με είχε συμβουλεύσει ο Βύρων Παπαμιχάλης να μη δώσω αμέσως θετική απάντηση στην πρόταση που θα μου έκαναν. Ζήτησα, λοιπόν, στον Μάρκο Ζέρβα να του απαντήσω την επομένη. Στην ταινία “Νύχτες στο Μιραμάρε” είχα πάρει 7.000 δραχμές. Πήγα την άλλη μέρα και του ζήτησα 30.000. “Τι λες ρε, είσαι καλά;” μου απάντησε. Τελικά μου έδωσε 27.000 δραχμές. Γύρισα στο σπίτι των γονιών μου και μόλις με είδε η μάνα μου με τα χρήματα στο χέρι, μου είπε: “Παιδί μου τα λεφτά είναι δικά σου, κάνε τα ό,τι θέλεις. Σου δίνω μια συμβουλή: Αν όχι τα μισά, το ένα τρίτο κρύψ’ το και ξέχασέ το. Και έτσι έκανα σε όλη μου τη ζωή. Δεν είχα ούτε χόμπι ούτε πάθη. Πληρωνόμουν καλά και κρατούσα τα χρήματά μου. Τα μόνα χρήματα που χαλούσα ήταν στα ρούχα» τονίζει.
Αναρωτιόμαστε γιατί ο ρόλος του σε όλες τις ταινίες ήταν αυτός του καλού παιδιού. Γελάει. «Ισως λόγω του παρουσιαστικού μου που ήταν γλυκό… Μου έβαλαν τη “σφραγίδα” του καλού παιδιού και δεν με άφηναν να παίζω άλλους ρόλους». Οντας πρωταγωνιστής της Finos Film, υπήρξε το άπιαστο όνειρο για τα κοριτσόπουλα, που έκοβαν τα περιοδικά με τη φωτογραφία του και την έκρυβαν κάτω από το μαξιλάρι τους.
«Δεν θυμάμαι ποια ήταν η πιο ακραία ένδειξη θαυμασμού στο πρόσωπό μου, γιατί δεν ήμουν άνθρωπος που κρυβόμουν. Το πρωί πήγαινα με το τρόλεϊ, το τραμ ή τον ηλεκτρικό στις θεατρικές μου πρόβες. Δεν με ενδιέφερε να το παίξω ότι κάποιος είμαι. Εκανα μια δουλειά και τίποτα άλλο» μας λέει.

Η κόντρα με τον Φώσκολο στη «Λάμψη» 

«Κατέβασα ρολά γιατί από κάποια στιγμή και μετά δεν με ενδιέφερε όλο αυτό το πράγμα. Οταν έγινε και η απόπειρα της “Λάμψης” του Φώσκολου, είπα τέρμα» μας λέει για να αιτιολογήσει την απόφασή του να βάλει τέρμα στην καριέρα του. Αναρωτιόμαστε τι συνέβη και τρεις μήνες μετά τη συμμετοχή του στη σειρά, που συζητήθηκε, αποφάσισε να σταματήσει.

«Δεν τηρήθηκε καμία από τις συμφωνίες που κάναμε με τον ίδιο, όταν μου ζήτησε να μπω στη σειρά. Στο σενάριο δε, δεν υπήρχε αρχή, μέση και τέλος σε όσα έλεγα. Οι διάλογοι ήταν ίδιοι. Αναμάσημα στο αναμάσημα… Και όχι μόνο αυτό, έπρεπε να είμαι στημένος χωρίς να κουνιέμαι καν. Εφτασα στο σημείο να τους πω “παιδιά με καρφώνετε κάπου;”. Κάθισα τρεις μήνες με δυσκολία. Δεν τήρησε καμία από τις υποσχέσεις. Καμία όμως! Και έρχεται και το κερασάκι στην τούρτα: ήταν ένα επεισόδιο που έπαιζε η Παπανίκα, με την οποία βάσει σεναρίου είμαι ερωτευμένος και τη ξανασυναντώ ύστερα από χρόνια. Αυτή είχε και μια κόρη, με την οποία ενδόμυχα είμαι ερωτευμένος. Και τον αφήνω να δούμε πού θα το πάει. Το σενάριο λέει ότι είμαι μεθυσμένος και βιάζω την κόρη της Παπανίκα. Λέω τότε στον Φώσκολο: “Με θέλεις καθίκι στο σενάριο; Θα είναι πολύ μεγάλη η χαρά μου. Γράψε όμως πέντε επεισόδια, για να μπει ο κόσμος στο νόημα”. Αυτός αρνήθηκε και μου είπε: “Θα είσαι πολύ μεθυσμένος και θα τη βιάσεις” και τότε του απάντησα έξαλλος: “Στην ηλικία μας όσο πιο πολύ πίνεις τόσο πιο δύσκολα σου σηκώνεται”. Και άρχισε να με βρίζει: “Δεν έπρεπε να σε πάρω γιατί είχα ακούσει ότι είσαι κωλόπαιδο και κακώς έκανα που σε ξέθαψα”. Εκεί τρελάθηκα: “Νίκο μου, δεν τήρησες τίποτα από όσα είχαμε πει και δημιουργείς ένα επεισόδιο έτοιμο να με… τελειώσεις. Δεν χτύπησα εγώ το κουδούνι σου. Εσύ μου πρότεινες. Αλλά και να με ξέθαψες όπως λες, και εσένα ο ΑΝΤ1 σε ξέθαψε μετά από 20 χρόνια”».
Εκτοτε σιχάθηκα τα πάντα. Και λυπάμαι, γιατί μια ευτυχισμένη πορεία ζωής, ήρεμη και μακριά από τα πάντα, μου τη διέκοψε η “Λάμψη”. Αλλωστε, η βωμολοχία είχε μπει σε όλα τα σίριαλ και εγώ δεν είχα θέση. Είπα στον εαυτό μου: “Δεν έχω ανάγκη να φάω, χαίρεται”. Και εξαφανίστηκα» μας λέει και ύστερα από τόσα χρόνια μάς διαβεβαιώνει ότι δεν έχει απωθημένα από τη ζωή του.

«Είμαι απόλυτα ευχαριστημένος από τη ζωή μου. Δεν έχω να ζηλέψω τίποτα. Από το σπίτι μου εδώ στο χωριό έχω να βγω τέσσερα χρόνια. Το παρελθόν μου το θυμάμαι, το ζω, αλλά δεν μένω εκεί. Προχωράω. Κάποιοι λένε πως “όταν θυμάσαι το παρελθόν, θυμάσαι πως έχεις γεράσει”. Εγώ λοιπόν δεν το θυμάμαι συχνά (γέλια)».

Τα γλέντια με τη Λάσκαρη και τα δάκρυα για τον χαμό της

Με τη Ζωή Λάσκαρη, τη Ζωίτσα του, έπαιξαν σε μερικές από τις πιο εμπορικές καλλιτεχνικά και εισπρακτικά ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου: «Νόμος 4000», «Ο κατήφορος», «Μερικοί το προτιμούν κρύο», όπου και οι δύο καθιερώθηκαν ως πρωταγωνιστές.
«Τη Ζωίτσα τη γνώρισα πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα… Ηταν πολύ έντιμη απέναντι στους συντρόφους της και πολύ σπουδαία ηθοποιός. Ηταν γλεντζού, της άρεσε να γελάει και να κάνει και τους άλλους να περνάνε ωραία μαζί της. Φεύγαμε από το κλαμπ που είχαμε ξενυχτίσει στον Αγιο Κοσμά και πηγαίναμε απευθείας για γυρίσματα στον Φίνο. “Ο Κατήφορος” κι εμένα και της Ζωίτσας μάς έδωσε την ώθηση για να κάνουμε ένα όνομα.

Ομως η ταινία που μας καθιέρωσε ήταν ο “Νόμος 4000”. Περιττό να σου πω τι γινόταν στους δρόμους, στους κινηματογράφους με τη συγκεκριμένη ταινία… Τότε οι σταρ χτίζονταν με ιδρώτα και πλήρωνες για να τους δεις. Τώρα τους έχεις μέσα στην τηλεόραση, στο ίντερνετ, παντού» μας λέει και όταν φτάνει να μιλήσει για τον θάνατό της, κλαίει.
«Ο θάνατος της Ζωής με γονάτισε. Κάτι έσπασε μέσα μου… Ηταν σύμβολο η Ζωίτσα και ο Θεός τής έκανε ένα δώρο: την πήρε στον ύπνο, χωρίς να καταλάβει το παραμικρό. Ολοι επιθυμούμε να φύγουμε με τον ίδιο τρόπο. Ομως, θα πω και ένα ψιλοπαράπονο που είχα από εκείνη: όταν μιλούσε για τις ταινίες που παίξαμε μαζί, ποτέ δεν ανέφερε το όνομά μου. Δεν ξέρω γιατί. Θέλω να είναι καλά εκεί όπου είναι, γιατί ήταν πολύ καλή ψυχή».

Πηγή: Espresso

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ