Την Κυριακή 28 Ιουνίου, ο Αμερικανός βουλευτής Μάικ Λεβίν (Δημοκρατικός από την Καλιφόρνια) δημοσίευσε στο X μια λεπτομερή ανάρτηση που βασίζεται σε έρευνα των New York Times.
Η ανάρτηση περιγράφει μια μεγάλη συμφωνία της κυβέρνησης Τραμπ με το Καζακστάν για την εξόρυξη βολφραμίου (tungsten) — ενός κρίσιμου μετάλλου για κεφαλές πυραύλων, μαχητικά αεροσκάφη, τσιπ υπολογιστών και αμυντικές εφαρμογές.
Σύμφωνα με την έρευνα, η συμφωνία όχι μόνο εξασφάλισε στρατηγική πρόσβαση για τις ΗΠΑ, αλλά φέρεται να άνοιξε τον δρόμο για σημαντικά κέρδη σε επενδυτές συνδεδεμένους με τον γιο του Προέδρου και τον γιο του Υπουργού Εμπορίου.
Η συμφωνία και η στρατηγική της σημασία
Το Καζακστάν διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα βολφραμίου στον κόσμο, στην περιοχή κοντά στο χωριό Unrek. Η αμερικανική εταιρεία Kaz Resources (προηγουμένως συνδεδεμένη με την Cove Kaz Capital / Cove Capital) εξασφάλισε πρόσβαση στο project, με σχέδια έναρξης εργασιών. Η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε προκαταρκτικές αιτήσεις για έως και 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια ομοσπονδιακής χρηματοδότησης (περίπου 900 εκατ. από την Export-Import Bank και έως 700 εκατ. από την U.S. International Development Finance Corporation).
Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρενέβη προσωπικά με τηλεφωνική κλήση κατά τις διαπραγματεύσεις με τον Πρόεδρο του Καζακστάν Κασίμ-Ζομάρτ Τοκάγιεφ. Ο Υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ συναντήθηκε με τον Τοκάγιεφ στο ξενοδοχείο St. Regis στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο και έπαιξε καθοριστικό ρόλο, στέλνοντας επιστολές και ασκώντας πίεση. Η συμφωνία οριστικοποιήθηκε λίγο αργότερα.
Η εμπλοκή των οικογενειών Τραμπ-Λούτνικ
Η έρευνα των NYT αποκαλύπτει χρονική σύμπτωση που εγείρει σοβαρά ερωτήματα:
– Επενδυτές συνδεδεμένοι με την Dominari Securities*(εταιρεία με έδρα στον Trump Tower και μερική ιδιοκτησία από τον Donald Trump Jr. και τον Eric Trump) απέκτησαν, μαζί με συνεταίρους, 20% μερίδιο*σε μια εταιρική οντότητα που σχετίζεται άμεσα με το project του Καζακστάν .
– Η Cantor Fitzgerald (εταιρεία ελεγχόμενη από την οικογένεια Lutnick, με τους γιους Brandon και Kyle Lutnick να την επιβλέπουν) βοήθησε έναν από τους βασικούς επενδυτές του project να αντλήσει 210 εκατομμύρια δολάρια σε νέο κεφάλαιο, εισπράττοντας σημαντικές προμήθειες. Σύμφωνα με τον βουλευτή Levin: «Οι πατέρες έθεσαν την πολιτική. Οι γιοι κέρδισαν χρήματα. Έξι ημέρες μετά τη μετακίνηση χρημάτων από τους γιους Τραμπ και τους συνεταίρους τους, ο Lutnick υπέγραψε την τελική συμφωνία».
Επιπλέον, οι δύο οικογένειες φέρονται να έχουν οικονομικούς δεσμούς με τουλάχιστον 14 εταιρείες που συμμετέχουν σε deals κρίσιμων ορυκτών, με συνολική ομοσπονδιακή χρηματοδότηση που ξεπερνά τα 8,9 δισεκατομμύρια δολάρια.
Αντιδράσεις και πλαίσιο
Ο Mike Levin χαρακτήρισε την υπόθεση ως «την πιο διεφθαρμένη διοίκηση στην αμερικανική ιστορία» και κάλεσε σε περαιτέρω έρευνα, σημειώνοντας ότι οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο δεν προχωρούν σε έλεγχο. Η φράση-κλειδί του: «Είτε θα τελειώσουμε τη διαφθορά, είτε η διαφθορά θα τελειώσει εμάς.» Η έρευνα των New York Times μιλά για «μοτίβο αυτο-πλουτισμού (self-enrichment) στη δεύτερη θητεία Τραμπ που έχει λίγα προηγούμενα στην αμερικανική ιστορία». Ανώνυμοι αξιωματούχοι της διοίκησης φέρονται απογοητευμένοι από την εμπλοκή των οικογενειών σε projects που χρηματοδοτούνται από το κράτος.
Στρατηγικό πλαίσιο vs. ηθικά ερωτήματα
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η συμφωνία εντάσσεται στην προσπάθεια διαφοροποίησης των αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών μακριά από την Κίνα και τη Ρωσία — στόχος εθνικής ασφάλειας. Το βολφράμιο είναι πράγματι στρατηγικό υλικό. Ωστόσο, η χρονική εγγύτητα μεταξύ των κρατικών διαπραγματεύσεων/χρηματοδοτήσεων και των ιδιωτικών επενδύσεων των γιων εγείρει κλασικά ερωτήματα για σύγκρουση συμφερόντων, εμφάνιση κατάχρησης εξουσίας και παραβίαση του πνεύματος του Emoluments Clause του Συντάγματος.
Οι υποστηρικτές της κυβέρνησης Τραμπ συνήθως απαντούν ότι πρόκειται για νόμιμες ιδιωτικές επενδύσεις σε projects που ωφελούν τις ΗΠΑ, ότι οι γιοι δεν έχουν άμεσο έλεγχο στις εταιρείες εξόρυξης και ότι παρόμοιες πρακτικές υπήρξαν και σε προηγούμενες διοικήσεις.
Συμπέρασμα
Η υπόθεση, όπως την παρουσίασε ο Mike Levin και την τεκμηρίωσε η έρευνα των New York Times, προσθέτει ακόμα ένα κεφάλαιο στη συζήτηση για τη διαφάνεια και την ηθική στην αμερικανική πολιτική.
Είτε πρόκειται για «έξυπνη επιχειρηματικότητα» σε στρατηγικούς τομείς είτε για κραυγαλέα σύγκρουση συμφερόντων, το γεγονός ότι δημόσιο χρήμα (έως 1,6+ δισ. δολάρια) και κρατική ισχύς συνδέονται άμεσα με κέρδη ιδιωτών που συνδέονται στενά με τους διαπραγματευτές, προκαλεί έντονες αντιδράσεις και απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και αναμένεται να τροφοδοτήσει πολιτική αντιπαράθεση τους επόμενους μήνες.
Δείτε επίσης:
Reuters: Προχωρά η αμυντική συμφωνία μεταξύ Τραμπ – Ερντογάν
AHI: Επιστολή-κόλαφος για την Τουρκία στον Τραμπ






