Τρίτη 22/6/2021

Σαν σήμερα η «επέτειος του ΟΧΙ»

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 η κυβέρνηση του Μπενίτο Μουσολίνι, απαίτησε από την Αθήνα να επιτραπεί ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την ελληνοαλβανική μεθόριο, στο πλαίσιο των επιχειρήσεών του στη Μεσόγειο και στην Αφρική. Το τελεσίγραφο επέδωσε στον Έλληνα πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, που τον επισκέφτηκε στις 2:45 το πρωί στο σπίτι του στην Κηφισιά, ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι.

  • Γράφει ο Τάκης Κάμπρας

«…Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε : “Alors, c’est la guerre” (Λοιπόν έχουμε πόλεμο)» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γκράτσι στο βιβλίο «Il Principio della fine – L’ impresa di Grecia ;» που εκδόθηκε το 1945 στην Ρώμη.

Παραμονές της 28ης

Στην ανάγνωση των τηλεγραφημάτων του Αθηναϊκού Πρακτορείου εκείνης της περιόδου, αποτυπώνεται με ενάργεια ο πυρετός στον οποίο ζούσε η Αθήνα… Παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Γιώργος Σεφέρης ήταν προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού.

Στις «Μέρες Γ’ (1934-1940)» (ημερολόγιό του), το βαθύ και στοχαστικό του βλέμμα δεν αφήνει αμφιβολία για τα απειλητικά μηνύματα που έφταναν από τα ελληνοαλβανικά σύνορα και τις προβοκάτσιες σε βάρος της Ελλάδας.

«…Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου του 1940, το ελληνικό Εθνικό Θέατρο εγκαινιάζει τη χειμερινή του περίοδο με την παράσταση «Μαντάμ Μπατερφλάι» του Πουτσίνι από τη Λυρική Σκηνή.
Την παράσταση παρακολουθεί η κυβέρνηση Μεταξά, ο βασιλιάς Γεώργιος με την οικογένειά του, η ηγεσία της ιταλικής πρεσβείας, και ο γιος του Πουτσίνι με τη σύζυγό του.

Το επόμενο βράδυ της 26ης Οκτωβρίου, προς τιμήν του ζεύγους Πουτσίνι, η ιταλική πρεσβεία δίνει δεξίωση. Η πολιτική εκπροσώπηση της χώρας περιορίζεται στις παρουσίες του μόνιμου υφυπουργού Εξωτερικών Ν. Μαυρουδή και του υφυπουργού Τύπου και Τουρισμού Θ. Νικολούδη (σ.σ. αναφορά στη δεξίωση κάνει και στην παραπάνω εγγραφή στο ημερολόγιο του ο Γιώργος Σεφέρης).

Η δεξίωση ξεκίνησε αργά το βράδυ και κράτησε ως τα ξημερώματα. Τα τραπέζια ήταν διακοσμημένα με ελληνικές και ιταλικές σημαίες. Την ώρα της δεξίωσης στην ιταλική πρεσβεία φθάνει σε κομμάτια ένα κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα.


Μετά τις 5 το πρωί της 27ης Οκτωβρίου του 1940, όταν έφυγαν και οι τελευταίοι καλεσμένοι από την ιταλική πρεσβεία, ο πρέσβης Εμμανουέλε Γκράτσι πήρε το αποκρυπτογραφημένο τηλεγράφημα κι άρχισε να το διαβάζει.

Επρόκειτο για μια τελεσιγραφική διακοίνωση της ιταλικής προς την ελληνική κυβέρνηση.
Το κείμενο της διακοίνωσης συνοδευόταν από μια σειρά οδηγίες σχετικά με τον τρόπο που όφειλε να χειριστεί το θέμα η ηγεσία της πρεσβείας.

Η επίδοση της διακοινώσεως έπρεπε να γίνει χωρίς προειδοποίηση στις 3:00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου. Οι οδηγίες ακολουθήθηκαν κατά γράμμα. Δέκα περίπου λεπτά πριν την 3η πρωινή της 28ης Οκτωβρίου ο Γκράτσι, ο στρατιωτικός ακόλουθος της ιταλικής πρεσβείας κι ένας διερμηνέας έφτασαν έξω από την κατοικία του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά στην Κηφισιά. Ο πόλεμος ήταν πια εδώ…

Δευτέρα 28/10/1940

Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «Έχουμε πόλεμο». Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως.

Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6:00 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος του αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας.

Αμέσως έπειτα με τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας. Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι.

Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή. Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του.

Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο υπουργείο τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ’ ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της.

Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη• πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μαρώ μού είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες…»

Το Διάγγελμα Ι. Μεταξά

«Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι ’Ελληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι, προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν.

Απήντησα εις τον ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος. Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. ’Ολον το ’Εθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα. τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών».

Διάγγελμα του Βασιλιά Γεωργίου Β΄

Προς τον ελληνικόν λαόν,
Ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως ανήγγειλε προ ολίγου υπό ποίους όρους ηναγκάσθημεν να κατέλθωμεν εις πόλεμον κατά της Ιταλίας, επιβουλευθείσης την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.
Κατά την μεγάλην αυτήν στιγμήν είμαι βέβαιος, ότι κάθε Έλλην και κάθε Ελληνίς θα επιτελέση το καθήκον μέχρι τέλους και θα φανή αντάξιος της ενδόξου ημών ιστορίας.
Με πίστιν εις τον Θεόν και εις τα Πεπρωμένα της φυλής, το Έθνος σύσσωμον και πειθαρχούν ως εις άνθρωπος θα αγωνισθή υπέρ βωμών και εστιών μέχρι της τελικής νίκης. Εν τοις ανακτόροις των Αθηνών τη 28η Οκτωβρίου 1940.

Ο διάλογος Μεταξά – Γκράτσι

Ο Εμμανουέλε Γκράτσι, πρέσβης της Ιταλίας στην χώρα μας, το 1940, συμπρωταγωνιστής κι αυτός της ιστορικής εκείνης νύχτας της 28/10/1940 στο βιβλίο του, που το ονομάζει με μια πρωτοφανή οξυδέρκεια για το μέλλον του καθεστώτος Μουσολίνι: «Η αρχή του τέλους – η επιχείρηση κατά της Ελλάδος», γράφει τα εξής (αφότου παρέδωσε στον Μεταξά το κείμενο του τελεσιγράφου:

Ο Μεταξάς το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε:

Μεταξάς: Λοιπόν έχουμε πόλεμο (Alors, c’ est la guerre*).
Γκράτσι: Όχι απαραίτητα Εξοχότατε. Η ιταλική κυβέρνηση ελπίζει ότι θα δεχθείτε την αξίωσίν της και θ’ αφήσετε τα ιταλικά στρατεύματα να διέλθουν δια να καταλάβουν τα στρατηγικά σημεία της χώρας.
Μεταξάς: Και ποιά είναι τα στρατηγικά αυτά σημεία, περί των οποίων ομιλεί η διακοίνωσις;
Γκράτσι: Δεν είμαι εις θέσιν να σας είπω, Εξοχότατε. Η Κυβέρνησίς μου δεν με ενημέρωσε… Γνωρίζω μόνον ότι το τελεσίγραφο εκπνέει εις τας 6 το πρωί.
Μεταξάς: Εν τοιαύτη περιπτώσει η διακοίνωσις αυτή αποτελεί κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.
Γκράτσι: Όχι, Εξοχότατε. Είναι τελεσίγραφον.
Μεταξάς: Ισοδύναμον προς κήρυξιν πολέμου.
Γκράτσι: Ασφαλώς όχι, διότι πιστεύω ότι θα παράσχετε τας διευκολύνσεις, τας οποίας ζητεί η κυβέρνησίς μου.
Μεταξάς: ΟΧΙ! Ούτε λόγος δύναται να γίνη περί ελευθέρας διελεύσεως. Ακόμη όμως και αν υπετίθετο ότι θα έδιδα μια τοιαύτην διαταγήν (την οποίαν δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω), είναι τώρα τρεις το πρωί. Πρέπει να ετοιμασθώ, να κατέβω εις τας Αθήνας, να ξυπνήσω τον Βασιλέα, να καλέσω τον Υπουργόν των Στρατιωτικών και τον αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου, να θέσω εις κίνησιν όλες τις στρατιωτικές τηλεγραφικές υπηρεσίες, έτσι που μια τέτοια απόφασις να γίνει γνωστή στα πλέον προκεχωρημένα τμήματα των συνόρων. Όλα αυτά είναι πρακτικώς αδύνατα. Η Ιταλία, η οποία δεν μας παρέχει καν τη δυνατότητα να εκλέξωμε μεταξύ πολέμου και ειρήνης, κηρύσσει ουσιαστικώς τον πόλεμον εναντίον της Ελλάδος. (σύντομη παύση) Μεταξάς: Πολύ καλά λοιπόν, έχομεν πόλεμον.
*Ο διάλογος έγινε στην γαλλική γλώσσα.

Να σημειωθεί, ότι ανεξάρτητα των όσων έχουν γραφεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα, ο πόλεμος αυτός δεν ήταν αιφνίδιος. Η επίδοση του τελεσιγράφου αναμενόταν ήδη από ημέρα σε ημέρα, η δε ημερομηνία αυτή της επίδοσης θεωρούνταν η πλέον πιθανή δεδομένου ότι αποτελούσε εθνική επέτειο του φασισμού στην Ιταλία από το 1925.

Αλλά και από ένα τεράστιο δίκτυο πληροφοριών που είχε αναπτυχθεί τότε, σε συνδυασμό με διάφορα γεγονότα, οδηγούσαν με απόλυτη ακρίβεια την επερχόμενη πολεμική σύγκρουση κατά την οποία η Ελλάδα βρέθηκε τουλάχιστον έτοιμη να την αντιμετωπίσει.

Η Επιστράτευση

Το σχέδιο επιστράτευσης που εφαρμόστηκε στις 28 Οκτωβρίου 1940, ήταν εκείνο που είχε συνταχθεί το Σεπτέμβριο του 1939 και συνοδευόταν από πολλά επιμέρους σχέδια επιτάξεων, μεταφορών, διασποράς κ.τ.λ, με σκοπό τη βαθμιαία και αθόρυβη μετάπτωση του στρατού αρχικά στη μερική και στη συνέχεια στη γενική επιστράτευση.

Η μερική μυστική επιστράτευση άρχισε τον Αύγουστο του 1940 μετά τον τορπιλισμό της Έλλης. Έγιναν ατομικές προσκλήσεις εφέδρων Αξιωματικών δήθεν για μετεκπαίδευση και ατομικές προσκλήσεις αγύμναστων οπλιτών. Η Όγδοη Μεραρχία υπεύθυνη για το τομέα της Ηπείρου, η Ενάτη Μεραρχία και η Τετάρτη Ταξιαρχία υπεύθυνες για τη Δυτική Μακεδονία και το Απόσπασμα Πίνδου, συμπληρώθηκαν σχεδόν στην πολεμική τους σύνθεση.

Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, συγκροτήθηκε στη περιοχή Αλεξανδρουπόλεως η Μεραρχία Αρχιπελάγους, της οποίας τα Συντάγματα προέρχονταν από τα νησιά του Αιγαίου. Η Πολεμική μηχανή της χώρας την 28η Οκτωβρίου 1940 ετέθη σε λειτουργία μόνο με μία τηλεφωνική διαταγή του Γενικού Επιτελείου με λίγες λέξεις.

Την πληρότητα του σχεδίου κατέδειξε η εφαρμογή του όταν μέσα σε δεκαπέντε μέρες επιτεύχθηκε η κινητοποίηση και η προώθηση 300.000 ανδρών και 125.000 κτηνών στις παραμεθόριες περιοχές προς την Αλβανία και τη Βουλγαρία. Επρόκειτο για ένα μελετημένο μηχανισμό κινητοποιήσεως, με πολύ στέρεες βάσεις και με εξαιρετική ευκαμψία. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε την προθυμία, τη σύμπνοια και την εθνική ενότητα του λαού καθώς και την πειθαρχία των επιστρατευμένων κατά την πορεία τους προς το μέτωπο.

Πολλοί Έλληνες στρατηγοί, πρότειναν να εγκαταλειφθεί η άμυνα της Ηπείρου και να οπισθοχωρήσουν οι ελληνικές δυνάμεις, πιο νότια και ανατολικά. Ο μόνος που επέμενε να δοθεί μάχη στην Ήπειρο, αντιστεκόμενος σ’ αυτό το ηττοπαθές σχέδιο, ήταν ο στρατηγός Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της 8ης Μεραρχίας Πεζικού.

Η Ανώτατη Διοίκηση των Ελληνικών Στρατιωτικών Δυνάμεων, είχε ανατεθεί στον Αλέξανδρο Παπάγο. Ο Ελληνικός Στρατός, παρέτασσε 35.000 άνδρες χωρισμένους σε 59 τάγματα.

H Ιταλία κηρύσσει πόλεμο και προσβάλλει τα από Αλβανίας σύνορα της Ελλάδας. Συνάντηση Χίτλερ-Μουσσολίνι στη Φλωρεντία, τοπική ώρα 11.00. «Φύρερ, προελαύνουμε…» ήταν τα πρώτα λόγια του Μουσσολίνι.

Απόσπασμα από το ημερολόγιο του Ιταλού υπουργού εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο:
«Ο Μουσολίνι εξακολουθεί να μιλά για την Ελλάδα και θέλει να μάθει λεπτομέρειες για την περιοχή κοντά στα σύνορα με την Αλβανία.

Έχει αρχίσει να προετοιμάζει το έδαφος. Μου έστειλε στη Ρώμη τον Τζακομόνι και τον Βισκόντι Πράσκα με τους οποίους σκοπεύει να δράσει. Μιλά για κεραυνοβόλα επίθεση στην Ελλάδα γύρω στα τέλη Σεπτεμβρίου. Αφού έτσι αποφάσισε, σκέπτομαι ότι συμφέρει να βιαστούμε. Είναι επικίνδυνο να δώσουμε στους Έλληνες τη δυνατότητα να προετοιμασθούν». 11 Αυγούστου 1940.

Ο πόλεμος

Μετά την άρνηση του Μεταξά, ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εισβολής στην Ελλάδα μέσω των ελληνοαλβανικών συνόρων.
Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 23 Απριλίου 1941. Επίσημη έναρξη του Πολέμου θεωρείται η «επίδοση του τελεσιγράφου», ενώ μετά τις 6 Απριλίου 1941, με την επέμβαση των Γερμανών, συνεχίστηκε ως ελληνοιταλικογερμανικός πόλεμος.

Ήταν το αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι που είχε εγκαθιδρύσει στην Ιταλία. Στα μέσα του 1940, ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του Άξονα ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες.

Η Ιταλία είχε ήδη κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, αλλά αυτές δεν ήταν επιτυχίες ανάλογες αυτών της ναζιστικής Γερμανίας. Ταυτόχρονα ο Μουσολίνι επιθυμούσε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, που ένοιωθε ότι απειλούνταν από τη γερμανική πολιτική από την στιγμή που η Ρουμανία είχε δεχθεί την γερμανική προστασία για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα.

Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς ο Μεταξάς, άλλαξε το αμυντικό σχέδιο και δημιούργήθηκε ένα καινούριο από τους στρατιωτικούς επιτελείς του. Αυτό ονομαζόταν ΙΒ (Ιταλία – Βουλγαρία) και προέβλεπε δυο σενάρια. Το πρώτο σενάριο προέβλεπε, επίθεση της Ιταλίας ενώ το δεύτερο επίθεση της Ιταλίας συνεπικουρούμενη από τις ένοπλες δυνάμεις της Βουλγαρίας.


Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε τη πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη.

Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα.

Η καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας.

Το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν που εκδόθηκε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940

«Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουσιν από της 05:30 ώρας της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής Μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του Πατρίου εδάφους.»

Διαταγή του Αρχιστράτηγου Αλ. Παπάγου προς τους διοικητές των Μεγάλων Μονάδων
«Από έκτης πρωινής σήμερον περιερχόμεθα εις εμπόλεμον κατάστασιν προς Ιταλίαν. Άμυνα Εθνικού εδάφους διεξαχθή βάσει διαταγών ας έχετε. Εφαρμόσατε σχέδιον επιστρατεύσεως. Παπάγος.»

Όταν τελικά ο πόλεμος είχε ξεσπάσει στα Ελληνο-αλβανικά σύνορα, στο Βερολίνο επικράτησε οργή για την ακατανόητη και λανθασμένη πράξη απο πλευράς στρατηγικής του Μουσολίνι. Ειδοποίησαν τον Μεταξά ότι η παρουσία μικρών Βρετανικών αεροπορικών μονάδων δεν αποτελούσε αιτία κήρυξης πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας εφόσον βέβαια τους απαγορευόταν η χρήση αεροδρομίων στην Βόρεια Ελλάδα. Το ιταλικό σχέδιο πολέμου, το επονομαζόμενο Emergenza G («Επείγουσα Ελλάς»), προέβλεπε την κατάληψη της χώρας σε τρεις φάσεις.

Η πρώτη ήταν η κατάληψη της Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων. Στη δεύτερη φάση θα καταλαμβάνονταν η Δυτική Μακεδονία. Με την ενίσχυση νέων δυνάμεων που θα αποβιβάζονταν στην Ήπειρο και στα νησιά, θα ακολουθούσε η προέλαση προς την Θεσσαλονίκη και την Αθήνα με σκοπό την κατάκτηση της χώρας. Το σχέδιο είχε συνταχθεί με την ελπίδα της ουδετερότητας της Γιουγκοσλαβίας.

Το μέτωπο στην Νότια Αλβανία είχε μήκος περίπου 150 χιλιομέτρων και βρισκόταν σε μια εξ ολοκλήρου ορεινή περιοχή, η οποία επιπροσθέτως ήταν εξαιρετικά δύσβατη, λόγω του φτωχού οδικού δικτύου της. Η οροσειρά της Πίνδου χώριζε το θέατρο επιχειρήσεων στα δύο: αυτό της Ηπείρου και εκείνο της Δυτικής Μακεδονίας.

Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο κατάρτισε το σχέδιο «ΙΒ» («Ιταλία-Βουλγαρία», για την αντιμετώπιση μιας ταυτόχρονης συνδυασμένης επίθεσης από Ιταλία και Βουλγαρία.

Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές ενέργειες στην περιοχή της Ηπείρου, με βαθμιαία υποχώρηση στη φυσικά οχυρή γραμμή Άραχθος-Μέτσοβο-Αλιάκμονας-Βέρμιο, διατηρώντας την πιθανότητα μιας περιορισμένης επίθεσης στη Δυτική Μακεδονία.

Το σχέδιο αναθεωρήθηκε δύο φορές στη συνέχεια, το «ΙΒα», προέβλεπε την άμυνα στη γραμμή των συνόρων και το «ΙΒβ», το οποίο προέβλεπε άμυνα κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ συνόρων και γραμμής υποχώρησης. Στον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, διοικητή της VIII Μεραρχίας, παραχωρήθηκε ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων ανάλογα με την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν στο πεδίο της μάχης.

Το ηθικό των Ελληνικού Στρατού, αντίθετα με τις προσδοκίες των Ιταλών, ήταν υψηλότατο, με τους άνδρες έτοιμους να αποκρούσουν την ιταλική επίθεση και να «πάρουν εκδίκηση για την Τήνο».Ο David Hunt, Βρετανός αξιωματικός πληροφοριών αποσπασμένος στην Αθήνα, ανέφερε: «Η ισχύς των Ελληνικών δυνάμεων είναι το πεζικό, πού μπορεί να πολεμήση με ένα καρβέλι ψωμί και μιά φούχτα ελιές την ημέρα».

Οι Ιταλοί επιτέθηκαν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και τα τμήματα προκάλυψης στη γραμμή των συνόρων συμπτύχθηκαν και κατέλαβαν νέες θέσεις άμυνας στα μετόπισθεν στα πλαίσια του επιβραδυντικού αγώνα. Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς την περιοχή του Καλπακίου (στη θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του Καλπακίου προκειμένου να διαβεί τον ποταμό Καλαμά.

Οι Ιταλοί συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο και στις γέφυρες και των συνεχών βροχοπτώσεων που είχαν μετατρέψει τις ημιονικές οδούς σε βούρκο και τα ρυάκια σε ορμητικούς χειμάρρους.

Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από την διείσδυση των 11.000 ανδρών της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην Πίνδο με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία απειλούσε να διαχωρίσει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας.

Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς κατάφερε να απωθήσει τις λιγοστές δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου του συνταγματάρχη Δαβάκη, που είχε την ευθύνη για την άμυνα της περιοχής.

Το σύνολο των ανδρών του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν προωθηθεί στην πρώτη γραμμή και ο Δαβάκης αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής για τον ανεφοδιασμό τους.

Μέσα από δύσβατα, ολισθηρά και ανεμοδαρμένα μονοπάτια, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, μέσα στη νύχτα, στο τσουχτερό κρύο, στο χιόνι και στη λάσπη μετέφεραν στους μαχητές που κρατούσαν τις κορυφές των υψωμάτων πυρομαχικά, εφόδια και τρόφιμα και βοηθούσαν στη μεταφορά των τραυματιών στα μετόπισθεν. Ήταν η συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού της περιοχής στο «Έπος της Πίνδου».

Ο Ελληνικός Στρατός αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τον ιταλικό σε υποχώρηση και μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, σχεδόν το ένα τέταρτο του εδάφους της Αλβανίας είχε καταληφθεί από τους Έλληνες. Η αντεπίθεση των Ιταλών, το Μάρτιο του 1941, απέτυχε, με κέρδος μόνο μικρές εδαφικές εκτάσεις στην περιοχή της Χειμάρρας.

Τις πρώτες μέρες του Απριλίου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, οι Ιταλοί ξεκίνησαν και αυτοί νέα αντεπίθεση. Από τις 12 Απριλίου, ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να υποχωρεί από την Αλβανία, για να μην περικυκλωθεί από τους προελαύνοντες Γερμανούς.

Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, στις 20 Απριλίου και με τους Ιταλούς, τρεις μέρες αργότερα, οι οποίες περαίωσαν τυπικά τον ελληνοϊταλικόγερμανικό πόλεμο.

Στις 18 Απριλίου η μηχανοκίνητη γερμανική ταξιαρχία SS «Σωματοφυλακή Αδόλφου Χίτλερ» κάμπτοντας την τοπική αντίσταση, κατέλαβε το πέρασμα του Μετσόβου, αποκόπτοντας έτσι τον Ελληνικό Στρατό Ηπείρου από τα μετόπισθεν. Την επόμενη μέρα οι Γερμανοί κατέλαβαν τα Ιωάννινα, ολοκληρώνοντας την απομόνωση του ελληνικού στρατού που υποχωρούσε από την Αλβανία.

Ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, σε συμφωνία με άλλους στρατηγούς και παρά την αντίθετη διαταγή του Στρατάρχη Παπάγου , παραμέρισε και υποκατέστησε τον Αντιστράτηγο Πιτσίκα και προσέφερε συνθηκολόγηση στον Ζεπ Ντίτριχ (Sepp Dietrich) στις 20 Απριλίου.

Οι αρχικοί όροι της παράδοσης στους Γερμανούς θεωρήθηκαν τιμητικοί, καθώς ο ελληνικός στρατός δε θα αιχμαλωτιζόταν, ενώ οι αξιωματικοί θα επιτρεπόταν να διατηρήσουν το ξίφος τους.

Ο Μουσολίνι όμως εξοργίστηκε από τη μονομερή αυτή παράδοση και μετά από πολλές διαμαρτυρίες στον Χίτλερ, η τελετή συνθηκολόγησης επαναλήφθηκε στις 23 Απριλίου, για να παρευρεθούν και εκπρόσωποι της ιταλικής πλευράς.

Με τα επόμενα πρωτόκολλα παράδοσης σε Γερμανούς και Ιταλούς που υπέγραψε ο Τσολάκογλου, ο Ελληνικός Στρατός θεωρήθηκε αιχμάλωτος πολέμου, αλλά στις 2 Μαϊου ο Χίτλερ απελευθέρωσε τους πάντες «επειδή αγωνίσθηκαν με παράτολμο θάρρος και περιφρόνηση προς τον θάνατο».

Ανέκδοτο εποχής

Ο Χίτλερ τηλεφωνεί στον Μουσολίνι:
«Μπενίτο, δεν είσαι ακόμα στην Αθήνα;»
«Δε σε ακούω Αδόλφε»
«Λέω, ακόμα δεν είσαι στην Αθήνα;»
«Δε σε ακούω!! Θα τηλεφωνείς από μακριά. Στο Λονδίνο είσαι;»
Ανέκδοτο που κυκλοφορούσε το χειμώνα 1940-41

Μάθετε πρώτοι τι συμβαίνει στην Ελλάδα και τον κόσμο στο Google News του newsbreak. Ακολουθήστε το newsbreak σε Instagram, Facebook, Viber και Twitter.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ