Πέμπτη 17/6/2021

Η «προσέγγιση» μιας αρτίστα το 1932

Εξ’ από ανέκαθεν… (τρόπος του λέγειν), οι σχέσεις νεαρών ηθοποιών, τραγουδιστριών με γνωστούς «επιχειρηματίες» ή και γόνους αυτών, τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας!

  • Γράφει ο Τάκης Κάμπρας

Αρκεί βέβαια να διαθέτουν εκείνες τις «προϋποθέσεις» που ή θα τις αναδείξουν σε κάτι καλύτερο, π.χ. ένα πιο σημαντικό ρόλο στο θέατρο ή στην τηλεόραση, ή από δεύτερη φωνή στην πίστα, να «προαχθεί» σε πρώτη. Άλλωστε στη «σόουμπιζ» κάθε…είδος δημοσιότητας είναι… «αποδεκτό».

Αυτές οι «σχέσεις», δεν περιλαμβάνονται στα νέα ήθη της εποχής, αφού υπάρχει έντονη «κινητικότητα» και στο παρελθόν και θα λέγαμε με τις ίδιες σχεδόν πικάντικες ιστοριούλες…
Βέβαια, δεν είχαν όλοι χρήματα για να προσελκύσουν την προσοχή, αλλά κάποιοι εύρισκαν τρόπους να περιφέρονται ως πλούσιοι…


Μάλιστα για τους αποκαλούμενους «λιμοκοντόρους», γόνους καλών οικογενειών που κυκλοφορούσαν χωρίς χαρτζιλίκι και φέσωναν κόσμο και κοσμάκη, η συμβουλή ήταν: Κορίτσια μην πιστεύετε εις τους λιμοκοντόρους γιατί τα ρούχα που φορούν χρωστούν εις τους εμπόρους!

Πριν κάποια χρόνια λοιπόν, κάθε διεθνής αρτίστα που σεβόταν τον εαυτό της, έπρεπε να κάνει κι ένα πέρασμα από την Αθήνα μας. «Γαλαντόμοι και λιγούρηδες όπως ανέκαθεν ήμασταν, θυσιάζαμε τα πάσα πάντα στα πόδια τους, σε χρήμα και είδος!» έγραφαν οι κοσμικογράφοι της εποχής που συνήθιζαν να λένε πως τόνοι μελάνης χύθηκαν για χάρη τους…

«Αν θελήσετε να μάθετε από ποια μέρη της υφηλίου προέρχονται οι γόησσες των νυκτερινών κέντρων ασφαλώς θα νομίσετε ότι διδάσκεσθε παγκόσμια γεωγραφία.

Υπερήφανες Εγγλέζες, χαριτωμένες Γαλλίδες, τσαχπίνες Ουγγαρέζες, γλυκύτατες Βιεννέζες, λάγνες Ισπανίδες, ευγενικές Γερμανίδες, φλογερές αραπίνες, μελαγχολικές Ανατολίτισσες και θερμές –παρά την ψυχρότητα του κλίματος της πατρίδος των- Σκανδιναυές, αποτελούν την Βαβυλωνία των φυλών, που προσφέρουν το κέφι αρκεί να τους προσφερθή μια σαμπάνια, ένα κοκτέϊλ, ένα ουϊσκυ…».

Ας δούμε λοιπόν πως περιγράφεται σε εφημερίδα της εποχής η… «προσέγγιση» μιας αρτίστας.

«Επί δέκα ημέρας ο Αριστοφάνης Πεντοπόδης εξώδευεν αφειδώς εις υπόγειον παράδεισον δια να κατακτήση την καρδίαν, μελαχροινής ως ο σίτος και ελκυούσης το γένος εκ Μαρόκου, αρτίστα λιγυροτάτης.

Ο Πεντοπόδης επλήρωνε, εθυσίαζεν οικονομίας δια να κατορθώση να αποσπάση έν βλέμμα της σκληράς. Η επίμονος όμως άρνησίς της και αδιαφορία εις τας θυσίας του εδημιούργησαν το αντίθετον του ποθουμένου. Το μίσος και την εκδίκησιν.

Την δεκάτην ημέραν η σκληρά κληθείσα εις το τραπέζι υπό του Πεντοπόδη και δεχθείσα την πρόσκλησιν, επεδόθη εις άγριον κόψιμο του φλεγομένου από πάθος εραστού, διατάζουσα τα ακριβώτερα λικέρ…

-Ένα τσέρυ, γκαρσόν και σιφών…

Έσωθεν ο Αριστοφάνης έβραζεν ομνύων εις τα ονόματα όλων των Αγίων και των οστών της μητρός του εκδίκησιν τρομεράν… «Πιες αρκούδα, πιες μαυροτσούκαλο αλλά θα μου τα πληρώσεις όλα αυτά», έλεγεν ενδομύχως…

Εις το εικοστόν ποτηράκι η σκληρά εκάμφθη και το ίδιο βράδυ ωδηγήθη εις την οικίαν του Πεντοπόδη. Έκτοτε επί ημέρας συνέτρωγον εις κεντρικώτατον ρεστωράν του άστεως… Πάντοτε όμως ο Αριστοφάνης ανέμενε την κατάλληλον ευκαιρίαν δια να εκδικηθή.

Περιέργως εις το ρεστωράν ο Πεντοπόδης έδιδε κατά την ώραν του λογαριασμού από έν λαχείον του στόλου και ελάμβανε ρέστα χιλιοδράχμου από το γκαρσόνι (εννοείται κατόπιν συννενοήσεως του γκαρσονιού και του κ. Πεντοπόδη ο οποίος αργότερα κατέβαλλεν εις το γκαρσόνι πραγματικόν χιλιόδραχμον αντί του λαχείου).


Η εκ Μαρόκου σιλφίς έκτοτε έρριπτεν ερωτύλα βλέμματα εις τα μικρά κυανά χαρτάκια, τα οποία εφύλασσεν εις το πορτοφόλι του ο Αριστοφάνης, ως ψητόν. Και η εκδίκησις δεν άργησε να πραγματοποιηθή.

Εδημιούργησε σκηνάς ζηλοτυπίας εις την ωραίαν Μαροκινήν διότι κάποτε εις τον δρόμον εκύτταξε φιλαρέσκως νεαρώτατον δανδήν… Και εις την Γαλλικήν γλώσσαν (διότι με αυτήν συνεννοούντο) εδήλωσεν ότι δεν είνε δυνατή η περαιτέρω συμβίωσις των κατόπιν της αξιοκατακρίτου πράξεώς της. Μίαν ημέραν, κατόπιν λουλουλλείου γεύματος, ο Πεντοπόδης επέταξεν εις το μελαχροινόν πρόσωπον της αρτίστας ουκ ολίγα λαχεία…

-Πάρτα, γιατί εγώ έτσι είμαι μαθημένος να πληρώνω τις γυναίκες, δεν τις θέλω τσάμπα.
Η νεαρά αρτίστα δεν συνεκινήθη καθόλου με την περιπέτειαν αυτήν, μάλλον έμεινε ευχαριστημένη με την έκβασίν της. Ήτο ελαφρώς ευτυχής, θα εψώνιζε χίλια δυό πράγματα. Και μετά μίαν ώραν επιβαίνουσα πολυτελεστάτου ταξί διηυθύνθη προς την οδόν Ερμού.

-«Φέρε και φέρε» επήγαινε η γλώσσα της και το υπαλληλικόν προσωπικόν γνωστού εμπορικού καταστήματος βρήκε δουλειά. Ανεστατώθη ολόκληρος η συνοικία των μεταξωτών. Όταν όμως ήλθεν η ώρα της πληρωμής του λογαριασμού η ταμίας εσταυροκοπήθη και έσκασε στα γέλια…

-Δεν περνάνε δεσποινίς αυτά, είνε λαχεία του Στόλου…

Η αρτίστα εκόπτετο, ήτο βεβαία, περί της γνησιότητος των «χαρτονομισμάτων». Επενέβη ο καταστηματάρχης και ο παρατυχών πόλισμαν, οι οποίοι είδαν κι’ έπαθαν έως ότου την πείσουν ότι επρόκειτο περί φάρσας.
Οι κατάμαυροι οφθαλμοί της έλαμψαν, εδάγκασε τα σαρκώδη χείλη της και είπε πλήρης οργής:

-… Γνώρισα όλο το κόσμος, σαν του έλληνος δεν είντε πουτενά.
Όχι, παίζουμε».

(«Η Ελληνική», 1932)

Οι «ροζ» ιστορίες στην παλιά Αθήνα είναι πολλές και πιπεράτες. Πάντα υπήρχαν άνδρες «κυνηγοί», αλλά οι πόλεμοι και οι ελλείψεις ανδρών, δημιούργησαν μετά το 1920 μια νέα τάξη νεόπλουτων που, εκτός από το σεξ, δεν ήξεραν τίποτε άλλο! «Οι ερωτιάρες Σμυρνιές που γέμισαν την Αθήνα μετά το 1922 έφεραν τα πάνω-κάτω στον σεξουαλικό χάρτη της Αθήνας. Μέχρι και οι «Φίφτυ-του» (παρατσούκλι για τους γηραιότερους) ξύπνησαν ξαφνικά και κυνηγούσαν αρσακειάδες στην οδό Πανεπιστημίου»…

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ