Τρίτη, 13 Απρίλιος 2021

Η ταχυκαρδία δεν είναι πάντα ένα αθώο σύμπτωμα

 Πολλοί άνθρωποι επισκέπτονται τον καρδιολόγο, γιατί όπως λένε νιώθουν ένα «φτερούγισμα» στην καρδιά ή έχουν την αίσθηση πως η καρδιά τους  «χάνει» ένα παλμό.

Στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα αυτά είναι αθώα, αλλά κάποιες φορές ενδέχεται να κρύβουν μια παθολογική κατάσταση. Η ταχυκαρδία είναι ένας γενικός όρος που αφορά όλες τις περιπτώσεις όπου οι καρδιακοί παλμοί είναι ταχύτεροι από τους φυσιολογικούς.

Φυσιολογικά οι καρδιακοί παλμοί ενός ανθρώπου σε κατάσταση ηρεμίας κυμαίνονται μεταξύ 50 και 75 το λεπτό.

«Η καρδιοπάθειες αυξάνουν τις πιθανότητες να εμφανιστούν ταχυκαρδίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ταχυκαρδία κρύβει απαραίτητα κάποια καρδιοπάθεια. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες, αλλά και αθώες καταστάσεις, που μπορεί να ευθύνονται για την ταχυκαρδία», τονίζει ο καρδιολόγος Γιώργος Χατζηγεωργίου.

Οι συνήθεις ύποπτες αιτίες

Στην πιο απλή περίπτωση, η ταχυκαρδία μπορεί να οφείλεται σε έντονη σωματική άσκηση ή σε στρες και έντονα συναισθήματα. Επίσης ορισμένοι άνθρωποι είναι ευάλωτοι σε διεγερτικές ουσίες όπως η καφεΐνη και άλλες  συγγενείς ουσίες που απαντώνται στο καφέ, το τσάι και τις σοκολάτες, με αποτέλεσμα να εμφανίζουν ταχυκαρδία μετά την κατανάλωσή τους.

Αντίστοιχες συνέπειες μπορεί να έχει το αλκοόλ και το κάπνισμα. Επίσης πολλές χημικές ουσίες του περιβάλλοντος έχουν παρόμοια δράση στη καρδιά  και επηρεάζουν συχνά όσοι εργάζονται σε χώρους που έρχονται σε διαρκή επαφή με αυτές. Πρόκειται  για ουσίες που περιέχονται σε χρώματα, κόλλες, βερνίκια, βενζίνη κ.α. Ταχυκαρδία προκαλούν πολλά ναρκωτικά, κυρίως η κοκαΐνη και οι αμφεταμίνες.

Τι μπορεί να κρύβει

Συχνά η ταχυκαρδία μπορεί να οφείλεται σε παθολογικά αίτια, όπως η υπέρταση, η στεφανιαία νόσος, η βαλβιδοπάθεια, η καρδιακή ανεπάρκεια και μερικές μυοκαρδιοπάθειες. «Πολλές φορές η ταχυκαρδία, μπορεί να είναι και αρρυθμία, όπου τότε ονομάζεται ταχυαρρυθμία. Αυτή μπορεί να οφείλεται σε κολπική μαρμαρυγή, σε γενετικά καρδιακά σύνδρομα όπως το Wolf-Parkinson-White, σε ηλεκτρολυτικές διαταραχές κ.ά.», αναφέρει ο καρδιολόγος Γιώργος Χατζηγεωργίου.

Τα είδη της ταχυκαρδίας

Οι ταχυκαρδίες ανάλογα με τα αίτια που τις προκαλούν χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Οι υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες ξεκινούν από τους κόλπους της καρδιάς. Εκδηλώνονται αιφνίδια, διαρκούν από λίγα λεπτά έως μερικές ημέρες και σταματούν ξαφνικά.

Δεν είναι επικίνδυνες άμεσα για την ζωή, αλλά εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα μπορεί να προκαλέσουν επιπλοκές όπως καρδιακή, ανεπάρκεια, εγκεφαλικό επεισόδιο, ειδικά εάν υπάρχει εγκατεστημένη καρδιακή νόσος.

Οι κοιλιακές ταχυκαρδίες ξεκινούν από τις κοιλίες και χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης καθότι είναι δυνατόν να εξελιχθούν σε κοιλιακή μαρμαρυγή και να οδηγήσουν στο θάνατο. «Στην κοιλιακή μαρμαρυγή, η καρδιά χτυπά σε πολύ υψηλή συχνότητα, αδύναμα και ακανόνιστα, με αποτέλεσμα να μειώνεται η άντληση αίματος, με κίνδυνο να οδηγηθεί το άτομο σε ανακοπή καρδιάς», εξηγεί ο κ. Χατζηγεωργίου.

Υπάρχουν συμπτώματα;

Ο ίδιος εξηγεί ότι τα περισσότερα άτομα με ταχυκαρδία δεν έχουν συμπτώματα. «Υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ότι η καρδιά τους χτυπά γρήγορα και άλλοι που δεν το αντιλαμβάνονται. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της αρρυθμίας, όπου μερικοί χαρακτηριστικά αναφέρουν νιώθουν παύσεις που ακολουθούνται από αίσθημα ενός ισχυρού καρδιακού κτύπου. Αυτές οι μεταβολές του καρδιακού σφυγμού ονομάζονται «αίσθημα παλμών».

Μερικές φορές, η ταχυκαρδία δυσχεραίνει τη λειτουργία της καρδιάς, και αυτό μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα όπως:

  • Ζάλη
  • Δυσκολία στην αναπνοή
  • πόνος στο στήθος
  • Λιποθυμία

Απαραίτητες εξετάσεις

Η ταχυκαρδία θα πρέπει να οδηγήσει το άτομο στον καρδιολόγο. Εκείνος αρχικά θα ζητήσει ένα καρδιογράφημα, όπου θα αποτυπωθούν τυχόν ανωμαλίες στην ηλεκτρική λειτουργία της καρδιάς. Σε περίπτωση όμως που το αποτέλεσμα είναι αρνητικό και εξακολουθούν να υπάρχουν υπόνοιες, μπορεί να εφαρμοστεί φορητό σύστημα 24ωρης καταγραφής της καρδιακής λειτουργίας (Holter).

Αν ο γιατρός κρίνει ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση,  μπορεί να υποβάλλει το άτομο σε τεστ κοπώσεως, για να προκληθεί αύξηση των καρδιακών παλμών και να φανεί τι κρύβεται πίσω από την ταχυκαρδία.

Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται ηλεκτροφυσιολογική μελέτη της καρδιάς, μια αιματηρή εξέταση που γίνεται σε εξειδικευμένα εργαστήρια.

Γίνεται με την εισαγωγή καθετήρων, υπό τοπική αναισθησία, με σκοπό την χαρτογράφηση των ηλεκτρικών δυναμικών της καρδιάς.

Θεραπεία

 Η θεραπεία της ταχυκαρδίας εξαρτάται από τα αίτιά της. «Στην αρχή διερευνούμε εάν τα συμπτώματα μπορούν να μειωθούν με μη φαρμακευτικά μέσα. Αρχικά, σε μια μη παθολογική κατάσταση, ζητάμε από το άτομο να μειώσει τον καφέ, το τσιγάρο, να ρυθμίσει την λειτουργία του θυρεοειδούς του κλπ.

Σε περίπτωση που δούμε ότι αυτό δεν είναι αποτελεσματικό χορηγούμε φαρμακευτική αγωγή, που στοχεύει στην διατήρηση του φυσιολογικού καρδιακού ρυθμού και εξάλειψη των αρρυθμιών», εξηγεί ο κ. Χατζηγεωργίου.

Σύμφωνα με τον ίδιο, κάθε ταχυκαρδία αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Στην υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, ο καρδιακός ρυθμός μειώνεται επιτυχώς με τη διέγερση του παρασυμπαθητικού συστήματος, με την δοκιμασία Valsava.

«Κρατάμε την μύτη κλειστή και πιέζουμε με δύναμη, για μερικά δευτερόλεπτα. Επαναλαμβάνουμε αρκετές φορές. Με αυτόν τον χειρισμό, προσπαθούμε να ανατάξουμε την αρρυθμία», αναφέρει χαρακτηριστικά. Εάν η τεχνική αποτύχει, τότε αποτελεσματική μπορεί να αποδειχθεί η συγχρονισμένη απινίδωση (ηλεκτροσόκ), που γίνεται με μέθη.

Σε περίπτωση όπου ο ασθενής εμφανίζει απειλητική για την ζωή του κοιλιακή ταχυκαρδία, τότε ως πρώτη γραμμή θεραπείας, θεωρείται η φαρμακευτική.

«Χορηγούμε στους ασθενείς διάφορες φαρμακευτικές ουσίες όπως η ξυλοκαΐνη, η προκαϊναμίδη κ.α, που έχουν αντιαρρυθμική δράση», λέει ο κ. Χατζηγεωργίου.

Στους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στα φάρμακα, γίνεται εμφύτευση απινιδωτή, μια συσκευή που μοιάζει με τον βηματοδότη.

«Η συσκευή εμφυτεύεται κάτω από το δέρμα, η οποία την ιδιότητα να ανιχνεύει την κοιλιακή ταχυκαρδία και να δίνει ρεύμα στην καρδιά, (όταν δεν καταφέρει με βηματοδότηση να την ανατάξει) και κατ΄αυτό τον τρόπο να επαναφέρει την καρδιακή συχνότητα και ρυθμό», προσθέτει.

Σε περιπτώσεις που έχει αποτύχει η φαρμακευτική αγωγή ή το άτομο έχει έντονα συμπτώματα όπως δύσπνοια ή υπόταση, τότε ο ασθενής υποβάλλεται σε ηλεκτρική κατάλυση, μια επεμβατική μέθοδο που μοιάζει με την στεφανιογραφία.

«Ο γιατρός χρησιμοποιεί ειδικούς καθετήρες και με ραδιοσυχνότητες καταστρέφει ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς που εκπέμπει τα παθολογικά ηλεκτρικά σήματα», εξηγεί.

«Η μέθοδος έχει πολλά καλά αποτελέσματα, ωστόσο υπάρχει ένα μικρό ποσοστό ασθενών που υποτροπιάζουν», καταλήγει. Ωστόσο η επιστήμη συνεχώς εξελίσσεται και γεννά ελπίδες για το μέλλον.

«Βγαίνουν συνεχώς νέα αντιαρρυθμικά φάρμακα, πολύ πιο αποτελεσματικά, ενώ και οι επεμβατικές θεραπείες εξελίσσονται στο τεχνικό κομμάτι, προσφέροντας υψηλότερα αποτελέσματα και μεγαλύτερη ασφάλεια», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Χατζηγεωργίου.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ