ΑΡΧΙΚΗΥΓΕΙΑΜήπως τελικά η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση δεν είναι… μια απλή επιλογή;

Μήπως τελικά η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση δεν είναι… μια απλή επιλογή;

Ο ρόλος του ελέγχου, του φόβου και της ψυχολογικής παγίδευσης στη βία

Η ερώτηση «γιατί δεν φεύγεις;» προς ένα άτομο που βιώνει μια κακοποιητική σχέση ακούγεται συχνά ως μια αυτονόητη και εύλογη απορία. Ωστόσο, από κλινική σκοπιά θεωρείται μια ερώτηση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, γιατί μπορεί άθελά της να απλοποιήσει μια εξαιρετικά σύνθετη κατάσταση και να μετατοπίσει την ευθύνη από τον θύτη στο θύμα. Η ουσία δεν βρίσκεται στο γιατί κάποιος «μένει», αλλά στο πώς έχει διαμορφωθεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η αποχώρησή του φαντάζει αδύνατη και επικίνδυνη.

  • Γράφει η Κέλλυ Χολέβα (MSc), Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όταν μιλάμε για κακοποιητικές σχέσεις, αναφερόμαστε σε σχέσεις ελεγκτικής κυριαρχίας. Ο θύτης ασκεί όχι μόνο σωματική βία, αλλά και ψυχολογική, οικονομική ή κοινωνική, με στόχο τη διατήρηση του ελέγχου. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει απειλές, φόβο, συνεχή υποτίμηση ακόμα και μπροστά σε άλλους, απομόνωση από υποστηρικτικά πρόσωπα ή και έλεγχο των οικονομικών. Σταδιακά, το άτομο που υφίσταται την κακοποίηση μπορεί να περιορίζεται σε ένα περιβάλλον, στο οποίο οι επιλογές του μικραίνουν και η αίσθηση ασφάλειας μειώνεται.

Τι δυσκολεύει μια αποχώρηση

Η αποχώρηση, λοιπόν, από μια τέτοια σχέση δεν είναι μια απλή απόφαση. Η διεθνής βιβλιογραφία πάνω στην ενδοοικογενειακή βία αναγνωρίζει ότι οι περίοδοι κατά τις οποίες το θύμα επιχειρεί να απομακρυνθεί είναι συχνά οι πιο επικίνδυνες, καθώς μπορούν να προκαλέσουν την έντονη αντίδραση του θύτη, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι χάνει τον έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι η «φυγή» δεν είναι απλώς επιλογή βούλησης, αλλά και ζήτημα ασφάλειας.

Παράλληλα, υπάρχουν πρακτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την αποχώρηση. Η οικονομική εξάρτηση, η παρουσία παιδιών, η απουσία οικογενειακής ή κοινωνικής υποστήριξης, η έλλειψη στέγης και η κοινωνική απομόνωση λειτουργούν ως πραγματικά εμπόδια. Δεν πρόκειται για «δικαιολογίες», αλλά για αντικειμενικές συνθήκες που επηρεάζουν τη δυνατότητα δράσης.

Σε ψυχολογικό επίπεδο, η χρόνια έκθεση στην κακοποίηση έχει σημαντικές επιπτώσεις. Η συνεχής πίεση και ο φόβος μπορούν να οδηγήσουν σε σταδιακή μείωση της αυτοεκτίμησης και της αίσθησης ελέγχου. Πολλά άτομα αναπτύσσουν την αίσθηση ότι δεν έχουν δύναμη να αλλάξουν την κατάσταση ή ότι οποιαδήποτε προσπάθεια θα αποτύχει. Το αίσθημα αβοηθητότητας, η διάβρωση της αυτοεκτίμησης, η υπερεπαγρύπνηση και η συναισθηματική απορρύθμιση αποτελούν συχνές αντιδράσεις σε συνθήκες παρατεταμένου τραύματος. Επιπλέον, το φαινόμενο του τραυματικού δεσμού (trauma bonding), δηλαδή η ισχυρή συναισθηματική προσκόλληση σε έναν κακοποιητικό σύντροφο λόγω κυκλικής εναλλαγής βίας και “θετικών” στιγμών, μπορεί να καταστήσει την αποδέσμευση εξαιρετικά πολύπλοκη ψυχολογικά και αντιφατικά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Στο πλαίσιο αυτό, η ερώτηση «μα γιατί δεν φεύγεις;» δεν αντανακλά την πολυπλοκότητα της κατάστασης και μπορεί να λειτουργήσει επιβαρυντικά. Αντί να ανοίγει χώρο κατανόησης, μπορεί να ενισχύσει την ενοχή, τη ντροπή, την αυτο-αμφισβήτηση και την αίσθηση του ατόμου ότι ευθύνεται για την κατάστασή του, οδηγώντας σε μεγαλύτερη σιωπή και απομόνωση, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την αναζήτηση βοήθειας.

Τι μπορεί πραγματικά να βοηθήσει το θύμα

Αντίθετα, μια κλινικά ενδεδειγμένη και ψυχολογικά υποστηρικτική στάση μετατοπίζει το ερώτημα από την απόδοση ευθύνης στην κατανόηση του πλαισίου. Ερωτήσεις, όπως «τι σε δυσκολεύει περισσότερο αυτή τη στιγμή;» ή «τι είδους υποστήριξη θα μπορούσε να ενισχύσει την ασφάλεια και τις επιλογές σου;» επιτρέπουν στο άτομο να μιλήσει για την πραγματική του εμπειρία χωρίς κριτική. Η έμφαση μετατοπίζεται από την ευθύνη του θύματος στην κατανόηση των μηχανισμών της βίας και των εμποδίων που έχουν δημιουργηθεί από τον θύτη. Αυτή η στάση δεν απομακρύνεται από την πραγματικότητα της βίας. Αντίθετα, την αναγνωρίζει μέσα από τους μηχανισμούς ελέγχου και όχι μέσα από απλουστευμένες ερμηνείες συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, η προτεραιότητα δεν είναι η πίεση για άμεση αλλαγή, αλλά η σταδιακή αποκατάσταση της αίσθησης ασφάλειας, ελέγχου και αυτονομίας του ατόμου.

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να αναγνωρίζουμε ότι η κακοποίηση δεν αποτελεί επιλογή του θύματος, αλλά πράξη που ανήκει αποκλειστικά στον θύτη. Η κατανόηση των εμποδίων που αντιμετωπίζει το άτομο δε συνεπάγεται δικαιολόγηση της βίας, αλλά ακριβή αποτύπωση των μηχανισμών μέσω των οποίων αυτή εγκαθιδρύεται και διατηρείται. Με αυτόν τον τρόπο, η παρέμβαση μπορεί να είναι ασφαλής και υποστηρικτική, χωρίς μετατόπιση ευθύνης και χωρίς απλουστεύσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πολυπλοκότητα της βίαιης και κακοποιητικής σχέσης.

Δείτε επίσης:

 

 

 

 

 

 

Ακολουθήστε το newsbreak.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διαβάστε ακόμα

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΝΗΜΕΡΩΣΟΥ
ΕΓΚΥΡΑ ΚΑΙ
ΕΓΚΑΙΡΑ
Εγγράψου στα κανάλια
ενημέρωσης του Newsbreak
Εγγραφή

Διαβάστε επίσης