Έντονες αντιδράσεις και μια σκληρή διπλωματική αντιπαράθεση πυροδότησε η έγκριση της ετήσιας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία. Το κείμενο, το οποίο υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια του σώματος, στέλνει μεν αυστηρό μήνυμα στην Άγκυρα, υπογραμμίζοντας ότι υπό το παρόν καθεστώς δεν υφίσταται καμία πιθανότητα επανεκκίνησης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, διατηρεί όμως τις αναφορές περί στρατηγικού ρόλου και εταιρικής σχέσης, αποφεύγοντας να προτείνει συγκεκριμένες κυρώσεις για την αντιευρωπαϊκή συμπεριφορά της Άγκυρας.
Οι ευρωβουλευτές εστίασαν την κριτική τους στην υποβάθμιση του κράτους δικαίου, τον περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών, τις διώξεις πολιτικών αντιπάλων, καθώς και στην ποιότητα των σχέσεων της γειτονικής χώρας με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η απάντηση από την πλευρά της Άγκυρας ήταν άμεση και ιδιαίτερα οξύθυμη. Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία κατηγορεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι υιοθετεί αβάσιμους ισχυρισμούς και προϊόντα παραπληροφόρησης, σαμποτάροντας με αυτόν τον τρόπο τη λεγόμενη θετική ατζέντα στις διμερείς σχέσεις. Παράλληλα, η τουρκική διπλωματία υποστήριξε ότι το Ευρωκοινοβούλιο μετατρέπεται σε βήμα για αντιτουρκικούς κύκλους, στερούμενο στρατηγικού οράματος, ενώ απέρριψε κάθε κριτική που αφορά τις εσωτερικές δικαστικές της διαδικασίες, κάνοντας λόγο για παραμόρφωση του έργου της ανεξάρτητης τουρκικής δικαιοσύνης.
Οι κόκκινες γραμμές των Βρυξελλών και οι πολιτικές διώξεις
Ο Ισπανός ευρωβουλευτής και εισηγητής της έκθεσης, Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ, υπήρξε ιδιαίτερα επικριτικός, κάνοντας λόγο για πλήρη απουσία βούλησης από την πλευρά της τουρκικής ηγεσίας να ευθυγραμμιστεί με τις ευρωπαϊκές αρχές. Χαρακτήρισε μάλιστα την Τουρκία ως μια πραγματικά αυταρχική χώρα, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η Ευρώπη επιθυμεί να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για το μεγάλο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας που προσβλέπει στη δημοκρατία.
Στο μικροσκόπιο της έκθεσης βρέθηκαν οι συνεχιζόμενες φυλακίσεις ακτιβιστών, δημοσιογράφων και πολιτικών προσωπικοτήτων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις δικαστικές περιπέτειες του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου. Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αυτές οι πρακτικές αποτελούν ανυπέρβλητο εμπόδιο για οποιαδήποτε θεσμική προσέγγιση.
Το βάρος της καλής γειτονίας και η γεωπολιτική πραγματικότητα
Ξεχωριστή και ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, αν και μόνο στο επίπεδο των επισημάνσεων, χωρίς να περνάει σε εκείνο των αντιμέτρων. Σύμφωνα με τον εισηγητή της έκθεσης, η Αθήνα και η Λευκωσία αποτελούν αναπόσπαστους πυλώνες των ευρωτουρκικών σχέσεων, γεγονός που καθιστά υποχρεωτική την ύπαρξη ενός λειτουργικού πλαισίου συνύπαρξης. Παρά ταύτα, επισημαίνεται ότι το έλλειμμα εμπιστοσύνης παραμένει μεγάλο και οι αποκλίσεις από τις αρχές της καλής γειτονίας είναι εμφανείς.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η επίτροπος Διεύρυνσης, Μάρτα Κος, η οποία διαπίστωσε συνεχιζόμενη οπισθοδρόμηση στα ζητήματα των ελευθεριών από το έτος 2018. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιλέγει έτσι να στείλει ένα διπλό μήνυμα.
Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζει την Τουρκία ως έναν κρίσιμο εταίρο στο ΝΑΤΟ και έναν απαραίτητο σύμμαχο σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος, όπως η ασφάλεια, η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, το εμπόριο και η τελωνειακή ένωση, όπου η χώρα κατέχει τη θέση του πέμπτου μεγαλύτερου εμπορικού εταίρου της Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά όμως, καταδεικνύει ότι η ενταξιακή προοπτική θα παραμείνει παγωμένη όσο η Άγκυρα επιλέγει τον δρόμο των αυταρχικών πρακτικών και της αναθεωρητικής ρητορικής.
Δείτε επίσης:
- Επιβεβαίωση του Newsbreak: Αντιδράσεις για την έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου για την Τουρκία
- Το Ευρωκοινοβούλιο ζητά αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Κύπρο







