Η πιθανότητα μιας νέας ενεργειακής κρίσης, εξαιτίας μιας παρατεταμένης πολεμικής σύρραξης στο Ιράν, αποτελεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό σενάριο για την Ελλάδα και συνολικά για την Ευρώπη. Η Μέση Ανατολή παραμένει κομβική για την παγκόσμια αγορά ενέργειας και οποιαδήποτε αποσταθεροποίηση στην περιοχή μπορεί να προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στις τιμές και στη διαθεσιμότητα καυσίμων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το πρόβλημα θα μπορούσε να εμφανιστεί άμεσα, δεδομένου ότι τα αποθέματα φυσικού αερίου επαρκούν περίπου για δύο μήνες, ενώ τα αποθέματα πετρελαίου για περίπου τρεις. Επομένως, μια σοβαρή διαταραχή στον εφοδιασμό της χώρας με καύσιμα για πάνω από 3 μήνες, θα απαιτούσε γρήγορες και στοχευμένες πολιτικές αποφάσεις.
Οι κινήσεις που υπάρχουν στο τραπέζι
Μια πρώτη άμεση κίνηση που θα μπορούσε να εξετάσει η Ελλάδα είναι η παράταση των συμβολαίων προμήθειας φυσικού αερίου με τη ρωσική Gazprom. Σήμερα περίπου το 26% των ενεργειακών αναγκών της χώρας καλύπτεται από ρωσικά καύσιμα, ποσοστό που θα μπορούσε προσωρινά να αυξηθεί ξανά στο 40%. Η αύξηση αυτή θα προσέφερε μεγαλύτερη ασφάλεια στον ενεργειακό εφοδιασμό και θα περιόριζε τον κίνδυνο ελλείψεων στην αγορά φυσικού αερίου. Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια έχει επιδιώξει τη μείωση της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης η ενεργειακή ασφάλεια ενδέχεται να απαιτεί πιο ευέλικτες και ρεαλιστικές επιλογές.
Η δεύτερη κίνηση αφορά την αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων και ιδιαίτερα του λιγνίτη. Η μονάδα Πτολεμαΐδα 5, η οποία είχε σχεδιαστεί να κλείσει τέλος του χρόνου στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης, θα μπορούσε να συνεχίσει τη λειτουργία της για τουλάχιστον δύο επιπλέον χρόνια. Παράλληλα, θα μπορούσε να εξεταστεί η επαναλειτουργία και άλλων λιγνιτικών ορυχείων, ώστε να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής των λιγνιτικών μονάδων στο ηλεκτροπαραγωγικό μείγμα της χώρας από το μέσο ετήσιο ποσοστό του 6% (2025) στο 18% (2020). Με αυτόν τον τρόπο θα εξοικονομούνταν σημαντικές ποσότητες φυσικού αερίου, οι οποίες θα μπορούσαν να κατευθυνθούν κυρίως στη βιομηχανία και στις επιχειρήσεις, όπου η χρήση του είναι συχνά δύσκολο να αντικατασταθεί άμεσα. Η ενίσχυση της λιγνιτικής παραγωγής, παρότι έχει περιβαλλοντικό κόστος, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προσωρινό «δίχτυ ασφαλείας» σε μια περίοδο ενεργειακής αστάθειας.
Μια τρίτη κρίσιμη παρέμβαση θα ήταν η διεκδίκηση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της προσωρινής αναστολής του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO₂). Το σύστημα αυτό επιβαρύνει σημαντικά τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα, αλλά και τη βαριά βιομηχανία. Σε μια περίοδο κρίσης, όπου η προτεραιότητα είναι η διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας και η συγκράτηση του κόστους παραγωγής, η προσωρινή αναστολή του μηχανισμού θα μπορούσε να μειώσει το ενεργειακό κόστος τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τα νοικοκυριά. Μια τέτοια απόφαση θα απαιτούσε συντονισμό με τις Βρυξέλλες και πιθανότατα με άλλα κράτη-μέλη που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα.
Από την εμπειρία της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης προκύπτει επίσης ότι τα μέτρα επιδοτήσεων δεν αποτελούν πάντα την πιο αποτελεσματική λύση. Προγράμματα όπως το fuel pass, τα οποία επιδοτούν άμεσα την κατανάλωση καυσίμων, συχνά δημιουργούν τεχνητές ανοδικές πιέσεις στις λιανικές τιμές. Όταν αυξάνεται η αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών μέσω επιδοτήσεων, οι τιμές μπορεί να προσαρμόζονται προς τα πάνω, με αποτέλεσμα μέρος της επιδότησης να καταλήγει τελικά στην αγορά και όχι στους πολίτες. Παρόμοιο πρόβλημα εμφανίστηκε και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όπου η επιδότηση της κιλοβατώρας περιόρισε τον ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων. Σε αρκετές περιπτώσεις οι εταιρείες διαμόρφωσαν υψηλότερες τιμές, γνωρίζοντας ότι ένα μέρος του κόστους θα καλυπτόταν από το κράτος.
Κορυφαίο θέμα η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας
Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής έγιναν ιδιαίτερα αισθητές στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ειδικά σε εκείνες που είναι ενεργοβόρες. Πολλές από αυτές βρέθηκαν αντιμέτωπες με υπέρογκα ενεργειακά κόστη και αρκετές αναγκάστηκαν να αναστείλουν τη λειτουργία τους. Την ίδια στιγμή, οι πάροχοι ενέργειας κατέγραψαν σημαντικά υπερκέρδη, γεγονός που ενίσχυσε την κοινωνική δυσαρέσκεια και έθεσε ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς. Συμπερασματικά, μια ενδεχόμενη ενεργειακή κρίση λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή θα απαιτούσε άμεσες και ρεαλιστικές αποφάσεις. Η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της προσωρινής αύξησης των εισαγωγών φυσικού αερίου, της αξιοποίησης των λιγνιτικών μονάδων και της διεκδίκησης ευρωπαϊκών παρεμβάσεων που θα μειώσουν το ενεργειακό κόστος. Πάνω απ’ όλα, όμως, θα πρέπει να δοθεί έμφαση σε μια ενεργειακή πολιτική που θα στηρίζεται στη σταθερότητα, στη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και στη μέγιστη αξιοποίηση των διαθέσιμων εθνικών πόρων.

