Λογιστικό σφάλμα στη σύγκριση τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας Ελλάδας- ΕΕ αναπαράγει ο κ. Τσάφος σε σχετική ανάρτηση του στο Linkedin, όπου αναφέρει τα εξής:
«Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση που έχει προκύψει από τη μελέτη του Green Tank με τίτλο “Τάσεις στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας”.
Το βασικό εύρημα της ανάλυσης -τουλάχιστον αυτό που αναπαράγουν τα μέσα- είναι το εξής: “Η λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας παραμένει διαχρονικά από τις ακριβότερες στην ΕΕ-27 σε ό,τι αφορά το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων που καθορίζεται από τους παρόχους”.
Το Green Tank είναι σοβαρότατο ινστιτούτο και πάντα συμβάλει ουσιαστικά στο δημόσιο διάλογο. Στην συγκεκριμένη ανάλυση, όμως, εμπίπτει σε ένα “λογιστικό” λάθος. Να εξηγήσω.
Η ανάλυση βασίζεται στα στοιχεία της Eurostat (επισυνάπτεται). Αναπαράγω για ευκολία τον σχετικό πίνακα. Το Green Tank εστιάζει στο λεγόμενο “ανταγωνιστικό σκέλος” -αυτό που στον πίνακα αναγράφεται ως “ενέργεια και προμήθεια”- και συμπεραίνει, σωστά, ότι το Euro 161 για την Ελλάδα είναι ένα από τα ψηλότερα νούμερα στην Ευρώπη. Μέχρι εδώ καλά.
Το πρόβλημα προκύπτει από την σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα, το “ανταγωνιστικό σκέλος” δεν είναι απλά το “ανταγωνιστικό σκέλος” καθαυτό. Περιέχει (α) τις απώλειες του συστήματος και του δικτύου, και (β) όλα τα κόστη για την σταθεροποίηση του συστήματος (εφεδρείες και λοιπές υπηρεσίες).
Σε άλλες χώρες, αυτά τα κόστη συχνά συμπεριλαμβάνονται στις χρεώσεις δικτύου – αυτό άλλωστε φαίνεται και από τον πίνακα: η Ελλάδα έχει τις χαμηλότερες χρεώσεις δικτύου σε όλη την Ευρώπη (Euro 33) και υπάρχουν χώρες με χρεώσεις δικτύου που είναι διπλάσιες και τριπλάσιες από αυτές που έχει η χώρα μας.
Συνεπώς το συμπέρασμα “η Ελλάδα πληρώνει πολύ ακριβά την ενέργεια” προέρχεται από μια παρερμηνεία των αριθμών. Υπάρχουν κόστη που εμείς βάζουμε στην στήλη “ενέργεια και προμήθεια” ενώ άλλες χώρες τα βάζουν στις “χρεώσεις δικτύου”. Είμαστε πολύ ψηλά στη μία στήλη και πολύ χαμηλά στην άλλη στήλη. Το θέμα είναι λογιστικό και όχι ενεργειακό.
Στο ίδιο πρόβλημα εμπίπτει και η σύγκριση που κάνει το Green Tank μεταξύ χονδρικής και λιανικής. Για να πάει κάποιος από τη χονδρική στη λιανική πρέπει να προσθέσει (α) τους λογαριασμούς προσαυξήσεων (απώλειες, εφεδρείες, ευστάθεια συστήματος), (β) τις απώλειες στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ και (γ) το περιθώριο των εταιρειών προμήθειας.
Όταν υπολογίζει κανείς όλα τα κόστη στο σύνολο τους, το φαινομενικό “χάσμα” μεταξύ χονδρικής και λιανικής περιορίζεται σημαντικά, και άρα η κερδοφορία που παραμένει.»
Ο κ. Τσάφος μάλλον αγνοεί ότι η απόλυτη τιμή της κιλοβατώρας δεν έχει καμία αξία, αν δεν σταθμιστεί στην αγοραστική δύναμη του Έλληνα καταναλωτή με αυτή του μέσου Ευρωπαίου καταναλωτή των EU27.
Σύμφωνα με τον Πίνακα 1, η τιμή της κιλοβατώρας στην Ελλάδα είναι 23,4 λεπτά, συμπεριλαμβάνοντας όλα τα κόστη (καθαρή προμήθεια ρεύματος, ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόροι και τέλη). Η αντίστοιχη τιμή στην EU27 είναι 28,9 λεπτα. Δηλαδή ακριβότερη κατα 23% περίπου.

Σύμφωνα με τον Πίνακα 2, ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα είναι 17.954 ευρώ, ενώ στην ΕU27 στα 39.808 ευρώ , δηλαδή είναι κατά 129% περίπου χαμηλότερος από τον μέσο των ΕU27 και όχι κατά 23%. Αν γίνει η στάθμιση της συνολικής τιμής της κιλοβατώρας στην μέση αγοραστική δύναμη του καταναλωτή, η Ελλάδα είναι όχι στην 10η φθηνότερη χώρα της ΕΕ, αλλά στην 10η ακριβότερη.

Προφανώς ο κ. Τσάφος ή αγνοεί βασικά στοιχεία στατιστικής, ή πουλάει φθηνό σανό σε ιθαγενείς.


Δεν υπολογίζει και το ΕΤΜΕΑΡ στην εξίσωση ο κ. Υπουργός.
Οι χαμηλές τιμές (που λέμε ότι έχουμε) είναι αποτέλεσμα της στήριξης της ενεργειακής αγοράς.
Σωστή λοιπόν η στήριξη αλλά όταν η ενέργεια χρησιμοποιείται από τον Ελληνικό λαό και όχι από άλλους