Από ένα ανύπαρκτο ψητοπωλείο με την επωνυμία «Σούβλα του Άρχοντα» άρχισε να ξετυλίγεται το νήμα της δράσης κυκλώματος με τις εικονικέε εταιρείες που εμπλέκει και πρόσωπα της κοσμικής ζωής, αποκομίζοντας παράνομα κέρδη σε βάρος του ΕΦΚΑ και του ελληνικού Δημοσίου.
Καταγγελία από ασφαλισμένο
Η υπόθεση ήρθε στο φως τον Απρίλιο του 2024, όταν ασφαλισμένος διαπίστωσε ότι εμφανιζόταν ως εργαζόμενος στο συγκεκριμένο κατάστημα, χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με αυτό. Μάλιστα, σύμφωνα με την καταγγελία του, παρουσιαζόταν ταυτόχρονα ως υπάλληλος και σε καφετέρια, γεγονός που ενίσχυσε τις υποψίες για εκτεταμένη απάτη.
Η καταγγελία διαβιβάστηκε και στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία, έπειτα από επιτόπιο έλεγχο, διαπίστωσε ότι το ψητοπωλείο δεν υφίσταται. Παράλληλα, από την έρευνα προέκυψε ότι στην επιχείρηση δηλώνονταν 323 εργαζόμενοι, οι οποίοι αποδείχθηκε ότι ήταν ανύπαρκτοι.
Τι αποκαλύφθηκε
Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν αποκάλυψαν ότι και ο φερόμενος ως διαχειριστής της εταιρείας ήταν «εικονικός», καθώς τα στοιχεία ταυτότητάς του αντιστοιχούσαν σε γυναίκα που δεν είχε καμία εμπλοκή στην υπόθεση. Το ίδιο πρόσωπο εμφανιζόταν ως «αχυράνθρωπος» και σε άλλες επιχειρήσεις σε Κορωπί, Μαρκόπουλο και Γλυφάδα.
Αντίστοιχες καταγγελίες προέκυψαν και για άλλες εταιρείες, με ιδιώτες να δηλώνουν ότι τα προσωπικά τους δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν χωρίς τη συγκατάθεσή τους, προκειμένου να εμφανίζονται ψευδώς ως εργαζόμενοι. Σε μία περίπτωση, γυναίκα κατήγγειλε εταιρεία που διαχειρίζεται γνωστό κατάστημα εστίασης στην Αθήνα, υποστηρίζοντας ότι εμφανιζόταν ως υπάλληλος, παρότι αγνοούσε πλήρως την ύπαρξή της.
Η δράση του κυκλώματος τέθηκε τελικά υπό έλεγχο από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, με τις Αρχές να εκτιμούν ότι τα παράνομα κέρδη ξεπερνούν τα 5 εκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η οργάνωση δρούσε μέσω δύο βασικών μεθόδων: της έκδοσης εικονικών τιμολογίων και της εικονικής απασχόλησης εργαζομένων.
Μέσω των πλαστών τιμολογίων προς πραγματικές επιχειρήσεις, οι τελευταίες εμφάνιζαν διογκωμένα έξοδα και μειωμένα κέρδη, περιορίζοντας έτσι τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Την ίδια στιγμή, οι «εργαζόμενοι-φαντάσματα» εμφανίζονταν ως προσωπικό εικονικών εταιρειών και στη συνέχεια «διοχετεύονταν» σε νόμιμες επιχειρήσεις, χωρίς την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών.
Με τον τρόπο αυτό, σε ενδεχόμενο έλεγχο, οι επιχειρήσεις απέδιδαν την ευθύνη στις εταιρείες-«βιτρίνες» που φέρονταν να τους έχουν διαθέσει το προσωπικό, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο σύστημα συγκάλυψης της παράνομης δραστηριότητας.
Δείτε επίσης:
Και αστυνομικοί στη σπείρα των «διασήμων»







