«Κυρά Λενιώ», μου έλεγαν, «να προσέχεις το κοπέλι σου τον Βαγγέλη. Τον έβαλαν στο μάτι οι δωσίλογοι»… Μα ήντα να πρωτοπροσέξεις εκείνα τα χρόνια… Μέρα νύχτα ζυμώναμε ψωμί για τους χαΐνηδες τ’ αδελφού μου. Και το Βαγγελιό μου τα πήγαινε από βραδύς στο βουνό. Μήτε στοιχειά μήτε καταχανάδες εφοβότανε. Μοναχό του με τα ποδαράκια του σκαρφάλωνε, κι αν έβρισκε κανέναν γάιδαρο να βόσκεται στη στράτα, τόνε καβαλίκευγε, αφού πιά μπρος τον ετραβούσε απ’ την ουρά, μην είν’ ανασκελάς. Τσι Γερμανούς θα φοβότανε;
Το διώξανε απ’ το σχολειό απού ‘ταν στην ΕΠΟΝ. Κι όταν εφύγανε οι καταραμένοι οι Γερμανοί και πάλι τον είχανε στα μαύρα κιτάπια, πού ‘ταν ο θειός του καπετάνιος στη κατοχή. Στη Μακρόνησο έκανε το στρατιωτικόν του και παράπονο δεν ήβγαλε. Μον’ έγραφε του κύρην του πως του λείψαμε πού ‘χει καιρό να μας εδεί. Μετά επήγε στην Αθήνα, δούλευγε με τα βιβλία που τ’ αγαπούσε πολύ, κι έμπλεξε με τα μαλώματα τα Κυπριακά.
Κι ήρθε επαέ κείνη την μαύρη Τετάρτη η σκλόπα και καθότανε πά στο κλαδί της εθιάς, και θωρούσε το πορτόνι μας. Ανατρίχιασα… «Λάλιε» τσή φώναζα να φύγει, μα κείνη ήστεκε κούτσουρη και με θωρούσε… Το βράδυ εγροίκησα τα κλάματα. Ύστερα βήματα σερνάμενα και δυο κτυπήματα ξερά. Δεν ετόλμαγα ν’ ανοίξω, κι όταν το ‘καμα, μια πατούλια χωριανοί εστέκανε και με θωρούσαν σαν τη σκλόπα… «Λενιώ μου, τηλεφώνησε το Κατερινιώ σου. Κράτα γερά κυρά μου καλή. Σκοτώσαν οι ζαφτιέδες το κοπέλι σου το Βαγγελιό»…
Πριν μια βδομάδα σε σταυρώσαμε Χριστέ μου… Εγύρεψα μεγάλα καρφιά σαν τα δικά σου και περτσίνωσα τη θύρα μου απού μέσα. Σαράντα μέρες δίχως να θωρώ το φως του ήλιου… Να πάρω το κοπέλι μου με τσή φίλους ντου να κατεβούμε στον Άδη. Ζάλο ζάλο μη μου χαθεί το πουλάκι μου. Μη καβαλικέψει γαϊδάρους ανασκελάδες, μη τον τραβήξουν οι διαβόλοι…
Κι όταν βρεθούμε στους ρηγάδες του κάτω κόσμου, θα κοπανήσω τα σίδερα τζή βαριάς θύρας, σα τη Μεγάλη Παρασκευή: «Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσονται οι βασιλείς της δόξης». Κι αν μ’ αρωτήξουν οι ζαφτιέδες του Άδη ποιοι είναι οι βασιλείς της δόξης, θα τους ειπώ: «Το Βαγγελιό μου, ο Φραγκίσκος, το Γιαννιό, ο Παναγιώτης και οι φίλοι τους που πήγαν από βόλι. Ο Μιχαλάκης κι ο Ανδρέας που πήγαν από σχοινί»…
Άμα γυρίσω και βγάλω τα καρφιά, κατέχω ήντα θα δω, μα κι ήντα θα ακούσω… Πολιτευάμενοι θα δηλώνουν εξηγήσεις σαν πάντοτε, ορμηνεύγοντας να φανούνε ντόμπροι. Καθαριστές θα καθαρίζουν τα πεζοδρόμια από το αίμα. Κοπέλια θα τραγουδούν και θα κλαίνε. Μα γω θα ξέρω πως τα κοπέλια μας δεν επήγαν αδικοθάνατα. Μια τέτοια στάλα αίμα χωρεί όλα τ’ άστρα του σύμπαντος κόσμου. Κάθε δάκρυ δυο οκάδες τσικουδιά στη γιορτή των εσχάτων. Ντόμπρα μιλούν μονάχα τα σχοινιά, τα πεζοδρόμια και τα βόλια. Οι ανθρώποι απλά μοχθούνε να τα μοιάσουν. Για να δεθούν, για να σταθούνε και για να φύγουν…
*Την Τετάρτη 9 Μαΐου 1956 η Αθήνα συνταράχθηκε από διαδηλώσεις της Πανελλήνιας Επιτροπής για την Ένωση της Κύπρου, κατά του επικείμενου απαγχονισμού των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Καραολή και Δημητρίου. Όταν οι νεαροί διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς την Αγγλική πρεσβεία, η κυβέρνηση Καραμανλή διέταξε να ανακοπούν πάση θυσία. Οι χωροφύλακες άνοιξαν πυρ με τραγικό απολογισμό τουλάχιστον έξι νεκρούς και 193 τραυματίες από σφαίρες. Ο Βαγγέλης Γεροντής, 28 ετών από τον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, ήταν ένας από αυτούς.
Ο υπουργός προεδρίας της κυβέρνησης της ΕΡΕ Κωνσταντίνος Τσάτσος, δήλωσε υπερήφανος την ίδια ημέρα: “Εγώ είπα να τους συντρίψουν. Θα τεθεί άπαξ διαπαντός τέρμα εις την Κυπριακήν πολιτικήν του πεζοδρομίου”.
Η μητέρα του Βαγγέλη, η κυρα-Λένη, όταν έμαθε για τον χαμό του γιου της, κάρφωσε με μεγάλα καρφιά από μέσα την πόρτα του σπιτιού της και τον μοιρολόγησε – σαν γνήσια Κρητικιά – 40 μέρες.


ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ , ΚΑΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ, ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙ !! ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΤΣΟΥ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΘΕΙ . Η “ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΙΜΑΤΟΣ ” ΟΜΩΣ ΕΔΕΙΞΕ ΤΟ ΟΤΙ ΜΟΝΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ …ΒΕΒΑΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΟΙ ΚΥΠΡΙΟΙ ΟΔΗΓΟΥΝ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΑ, ΜΙΛΑΝΕ ΠΟΛΥ ΑΓΓΛΙΚΑ , ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΑΓΓΛΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΟΠΟΤΕ ΟΣΟ ΠΕΡΝΑΝΕ ΚΑΛΑ , ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΚΟΠΤΟΝΤΑΙ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΑ ΠΕΡΙ ΕΝΩΣΕΩΣ ΚΛΠ . ΜΑΛΛΟΝ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ….