4-7-2020

Η πραγματική εικόνα για Ελλάδα – Τουρκία!

Οι νέες προκλήσεις στον Έβρο και η θρασεία δρομολόγηση, μέσω της τουρκικής Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, της διαδικασίας έρευνας και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας διαλύουν και τις τελευταίες ψευδαισθήσεις.

  • Από τον Αλέξανδρο Τάρκα

Αποδεικνύονται ανεδαφικές οι εκτιμήσεις όσων πίστευαν ότι η Άγκυρα απλώς βρυχάται και πως ξοδεύει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για ερευνητικά πλοία με μοναδικό σκοπό να τα κρατήσει εντός των τουρκικών λιμένων. Ή ότι οργανώνει, αμέσως μετά την πρώτη ύφεση της κρίσης του κορωνοϊού, κάτι σαν εκδρομικούς περιπάτους στα χερσαία σύνορά μας, χωρίς να προετοιμάζει καινούργιο κύκλο εισβολής μεταναστών ή και ένοπλων παρενοχλήσεων. Οι ελπίδες για ειρήνη και εδραίωση καλών -ή, έστω, ανεκτών- γειτονικών σχέσεων δεν έχουν χαθεί, αλλά ο ορίζοντας επιβαρύνεται ολοένα και περισσότερο.

Παράλληλα, είναι εξαιρετικά δυσάρεστο ότι, πριν ακόμα κορυφωθεί η τουρκική επιθετικότητα, διάφορες πλευρές, εντός της κυβέρνησης και εντός της Ν.Δ., «προβοκάρουν» το κλίμα, με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση πολιτικών κερδών έπειτα από μία σοβαρή κρίση. Θα ήταν αδιανόητο (αν και μάλλον προς τα εκεί οδεύουμε) οι κυβερνητικές συσκέψεις, εν όψει και εν ώρα κρίσης με την Τουρκία, να έχουν εκ των προτέρων υπονομευθεί. Είτε με προετοιμασία των στελεχών του Μαξίμου και των υπουργών-μελών του ΚΥΣΕΑ να ρίξουν ο ένας τις ευθύνες στον άλλον είτε με προετοιμασία ποικίλων κέντρων, που βρίσκονται σήμερα εκτός εξουσίας, να διεκδικήσουν μερίδιό της μετά την όποια εξέλιξη.

Φυσικά, ιδανικό μοντέλο διαχείρισης μεγάλων κρίσεων δεν υπάρχει. Σε μία φάση κορύφωσης του ζητήματος των Σκοπίων το 1992 ο Κων. Μητσοτάκης είχε «απειλήσει» τον Αντ. Σαμαρά ότι «τον Αύγουστο 1974 ο Γεώργιος Μαύρος δεν είχε (σ.σ.: κατά άλλη εκδοχή, δεν δεχόταν) ρητές εντολές και χάθηκε η Κύπρος». Με την παρατήρηση Μητσοτάκη είχε συμφωνήσει και ο παριστάμενος πρέσβης Π. Μολυβιάτης. Αντίθετα, οι διπλωματικοί χειρισμοί του εθνάρχη Καραμανλή κατά την κρίση του «Χόρα» τον Αύγουστο του 1976 θα έπρεπε να διδάσκονται στις διεθνείς διπλωματικές ακαδημίες. Όπως εξαιρετικά επιτυχημένοι ήταν και οι περισσότεροι χειρισμοί του Αν. Παπανδρέου στην κρίση του Μαρτίου 1987.

Αντίθετα, στα Ίμια του Ιανουαρίου 1996 η χώρα απέφυγε αρχικά τις άμεσες συνολικές διαπραγματεύσεις για το Αιγαίο, αλλά σύντομα παγιδεύτηκε στις «γκρίζες ζώνες». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στις συσκέψεις για τα Ίμια, ο πρωθυπουργός Κων. Σημίτης και τα κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ υπέσκαπταν ο ένας τη θέση του άλλου και έριχναν ευθύνες σε τρίτους, προσδοκώντας προσωπικά πολιτικά κέρδη. Η σημερινή κατάσταση αρχίζει να ομοιάζει, σε πολλές πτυχές της, με τους εσωτερικούς συσχετισμούς της εποχής των Ιμίων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σημερινή -πραγματική- εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι η ακόλουθη:

Πρώτον, η αντιπαράθεση για τον σχεδιαζόμενο νέο φράκτη του Εβρου δεν ξεκίνησε τις τελευταίες ημέρες, αλλά λίγο πριν από το Πάσχα. Ακολούθησαν διαβήματα και ρηματικές διακοινώσεις με εκατέρωθεν εισηγήσεις για συγκρότηση μεικτής επιτροπής ειδικών. Αργότερα, η Αθήνα (ορθότατα) μετέβαλε άποψη, γιατί η λειτουργία επιτροπής θα έδινε την εσφαλμένη εντύπωση πως τα έργα δεν γίνονται εντός ελληνικού εδάφους.

Δεύτερον, παρά τις έντονες φήμες, δεν έγινε κατάληψη ελληνικού εδάφους από τουρκικές δυνάμεις. Υπήρξε ωστόσο σύντομη παρουσία Τούρκων ενόπλων και πολιτών (μάλλον εμπειρογνωμόνων) μέσα στο νότιο άκρο της περιοχής των ελληνικών έργων. Κατά διαστήματα εντοπίζονται πάλι κάποιες τουρκικές κινήσεις, αλλά δεν υφίσταται άμεση απειλή.

Τρίτον, καλώς ή κακώς (ανάλογα ποια άποψη έχει κάθε πτέρυγα εντός της Ν.Δ. για τα ελληνοτουρκικά), η κυβερνητική πολιτική ανοχής και ιώβειας υπομονής έναντι των προκλήσεων προσεγγίζει το σημείο εξάντλησης της χρησιμότητάς της. Το σκεπτικό, όπως και επί ΣΥΡΙΖΑ, ότι η Αθήνα δεν θα παρασυρθεί σε κλιμάκωση αγνοείται πλέον πλήρως από την Άγκυρα. Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλοι σύμμαχοι φαίνεται να εκτιμούν ότι δεν πρόκειται να υλοποιηθούν οι ελληνικές προειδοποιήσεις, που διατυπώθηκαν μετά την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου τον Νοέμβριο, ότι η Αθήνα «δεν θα αντιδράσει μόνο διπλωματικά» σε περίπτωση παραβίασης της κυριαρχίας της.

Μέσα στο ασφυκτικό αυτό σκηνικό, το Μαξίμου δέχεται εισηγήσεις για την έναρξη κάποιας μορφής διαλόγου με την Άγκυρα επιπλέον των τακτικών -ανά εξάμηνο- διαβουλεύσεων σε επίπεδο γενικών γραμματέων υπουργείων Εξωτερικών (ο τελευταίος -άκαρπος- γύρος συνομιλιών διεξήχθη τον Ιανουάριο). Προς το παρόν, δεν υπάρχει αλλαγή στάσης του πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών Ν. Δένδια, αλλά η Ουάσινγκτον τους προτρέπει για την έναρξη ελληνοτουρκικών επαφών σε στρατιωτικά θέματα πέραν των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.

* Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Ελένη Παπαδοπούλου
Ελένη Παπαδοπούλου
Σάββας Καλεντερίδης
Σάββας Καλεντερίδης

ΔΗΜΟΦΙΛΗ