Τετάρτη 16/6/2021

Θα πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα λάθη των μάνατζερ;

Όλη η φιλοσοφία της οικονομικής πολιτικής Μητσοτάκη μέσα στην κρίση αλλά και πριν από αυτήν κατατείνει σε έναν στόχο: στη μείωση της φορολογικής, μισθολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Η μείωση της φορολογίας των νομικών προσώπων, η μείωση του ΕΝΦΙΑ, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η μείωση των έμμεσων φόρων, η μείωση του μισθολογικού κόστους με το νέο εργασιακό νομοσχέδιο και βεβαίως οι γενναίες κρατικές επιδοτήσεις της πανδημίας πιστοποιούν ότι μεταξύ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και του κόσμου της μισθωτής εργασίας προτεραιότητα δίδεται στην πρώτη. Ώστε τα χρήματα που εξοικονομεί από τη μείωση των φόρων, των μισθών, των εισφορών να τα επανεπενδύει στην αγορά.

Επί της αρχής αυτή η πολιτική δεν είναι λάθος. Στον καπιταλισμό τον πλούτο τον δημιουργεί το κεφάλαιο, οι επιχειρήσεις. Υπό δύο προϋποθέσεις όμως: Ότι οι μειώσεις αυτές (σε συνδυασμό με πριβέ νομοθετικές ρυθμίσεις και χαριστικές πολιτικές επιδοτήσεων) δεν οδηγούν σε μονοπώλια και καρτέλ. Η πρώτη. Και ότι με την αναδιανομή εξασφαλίζεται στοιχειώδης ισορροπία για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, ο οποίος σήκωσε τον σταυρό των Μνημονίων την τελευταία δωδεκαετία. Η δεύτερη. Στον ιδιωτικό τομέα έγιναν χιλιάδες απολύσεις στη δεκαετία της κρίσης, όχι στο προστατευμένο δημόσιο. Άδικο να πληρώσει αυτός πάλι το μάρμαρο.

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι το εργασιακό νομοσχέδιο Χατζηδάκη, που έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή, υπηρετεί αυτή την ισορροπία. Διότι ο πυρήνας της φιλοσοφίας του είναι εργοδοτικός, εργατικός είναι μόνον κατ’ όνομα. Οι ρυθμίσεις του συγκεκριμένου νομοσχεδίου συνεχίζουν στην ίδια ρότα της μείωσης των βαρών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες θα έχουν τη δυνατότητα μετά την ψήφισή του να κάνουν δύο πράγματα: Το πρώτο: Να μειώσουν το προσωπικό τους κατά 15.000-20.000 εργαζομένους, καθώς με την αύξηση του αριθμού των (μη αμειβόμενων πλέον) υπερωριών δύνανται να παράγουν το ίδιο έργο με λιγότερους εργαζομένους. Και μάλιστα χωρίς να απειλούνται από τα δικαστήρια, καθώς η δυνατότητα αυτών να κηρύσσουν μια απόλυση άκυρη και καταχρηστική καταργείται.

Αν ο εργοδότης καταβάλλει σε βάθος χρόνου επιπλέον αποζημίωση 3-12 μισθών «ανάλογα με τα οικονομικά της επιχείρησής του» σε ήδη απολυθέντες, τους ξεφορτώνεται και με τον νόμο. Η δικαστική απόφαση δεν έχει ισχύ (γενικότερα, όπως προκύπτει και από το νομοσχέδιο για τη συνεπιμέλεια, η Πολιτεία σταδιακά υποκαθιστά το δικαστικό έργο με τους εξωδικαστικούς συμβιβασμούς – στην ουσία ιδιωτικοποιείται η επίλυση αστικών και εργατικών διαφορών). Το δεύτερο: Με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, την υιοθέτηση των ατομικών συμβάσεων, τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας και την κατάργηση των αμειβόμενων υπερωριών -πρόκειται για μέτρα που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους- οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μειώνουν αυτομάτως το μισθολογικό τους κόστος. Ανασαίνουν. Μπορούν να εξυπηρετούν καλύτερα τις υποχρεώσεις τους στις τράπεζες, επιζούν και δύνανται να επενδύσουν.

Εν προκειμένω όμως υπάρχει μια μεγάλη ανισορροπία. Στην πραγματικότητα καλείται ο κόσμος της εργασίας (μέσω της μείωσης των μισθών του, μέσω του νέου δικαίου των απολύσεων, μέσω της εκχώρησης των ασφαλιστικών εισφορών για τα επικουρικά σε ιδιωτικές εταιρίες) να επιδοτήσει την ανάπτυξη της οικονομίας, τη ρύθμιση των δανειακών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων, τα επενδυτικά τους σχέδια. Του ζητείται να γίνει «μέτοχος» χωρίς να έχει μετοχές στην επιχείρηση. Του ζητείται να γίνει επενδυτής χωρίς να επενδύει ο ίδιος. Δωρεάν. Αν η κυβέρνηση σύναπτε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με το οποίο θα καθιστούσε συμμέτοχες αναλογικώς όλες τις πλευρές -ιδιωτικές επιχειρήσεις, κόσμος εργασίας, Δημόσιο-, τότε αυτό θα είχε πράγματι νόημα. Εν προκειμένω όμως καλούνται οι εργαζόμενοι να πληρώσουν τα λάθη των μάνατζερ και της τρόικας. Οπως εκλήθησαν οι φορολογούμενοι να πληρώσουν με εξωτερικό δανεισμό και επιδοτήσεις τα λάθη μεγάλων επιχειρήσεων που δεν μέτρησαν σωστά το βάθος της κρίσης στην πανδημία.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η πολιτική αυτή θα «περάσει» ανέτως από το Κοινοβούλιο. Χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις. Θα «περάσει» καταρχάς γιατί τα συνδικάτα έχουν περιορισμένη επιρροή στην κοινωνία. Εκαναν τόσο μεγάλη κατάχρηση του δικαιώματος της απεργίας στο παρελθόν, ώστε σήμερα κανείς δεν συγκινείται από τις διαμαρτυρίες τους για τις πρωτόγνωρες πράγματι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου Χατζηδάκη, που κατ’ ουσίαν απαγορεύουν την απεργία. Θα «περάσει» γιατί δεν τα εμπιστεύονται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.

Το μείζον γι’ αυτούς σε αυτή τη στροφή είναι «να έχουμε δουλειά και όχι το πόσο θα δουλεύουμε». Κυνικό αλλά απολύτως πραγματικό. Θα «περάσει» επίσης γιατί και ο κόσμος των ιδιωτικών επιχειρήσεων, μικρών και μεγάλων, στηρίζει αναφανδόν τις ρυθμίσεις. Στο παρελθόν εργατοπατέρες έκλεισαν με αδικαιολόγητες απεργίες τους επιχειρήσεις, καθώς αρνούνταν στους εργοδότες το δικαίωμα να απολύσουν εργαζομένους με χαμηλή παραγωγικότητα. Και αυτά η αγορά δεν τα ξεχνά. Θα «περάσει» γιατί η Αριστερά των Μνημονίων δεν πείθει, διαμαρτυρόμενη διαρκώς για τις απεργίες. Γιατί καθολική απαίτηση της κοινωνίας είναι ο διάλογος για την αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας. Για το πώς θα πάρει μπροστά η μηχανή, όχι πώς θα σβήσει.

Θα «περάσει», τέλος, το νομοσχέδιο γιατί ο υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης πολιτεύεται σε ένα ασφαλές επικοινωνιακό, πολιτικό και ιδεολογικό περιβάλλον. Τα ΜΜΕ δεν κάνουν δύσκολες ερωτήσεις, η ΔΑΚΕ δεν είναι στα κεραμίδια, η πίεση δεν είναι μεγάλη. Έτσι μπορεί να ισχυρίζεται ανέτως ότι (τυπικά) δεν καταργείται το 8ωρο, αφού πράγματι ο συνολικός ετήσιος χρόνος απασχόλησης μετά και τη διευθέτηση, διαιρούμενος με τις ημέρες εργασίας, δίνει πράγματι 8 ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο. Έτσι μπορεί επίσης να ισχυρίζεται ανέτως ότι τον ίδιο μισθό θα εισπράττεις με δεκάωρο ωράριο εργασίας, τον ίδιο και με εξάωρο. Μία ή άλλη. Έτσι μπορεί να εξισώνει τη διαπραγματευτική δύναμη εργαζομένου που συνάπτει ατομική σύμβαση εργασίας με τη διαπραγματευτική δύναμη εργαζομένων που συνάπτουν συλλογική σύμβαση. Κι ας μοιάζει η διαπραγμάτευση εργοδότη – εργαζομένου για ατομική σύμβαση με αγώνα του Μάικλ Τάισον με φίλαθλο από την κερκίδα. Ναι, λοιπόν, συμφωνώ, θα «περάσει» το νομοσχέδιο «αέρα», δόξη και τιμή. Ωστόσο ο αληθινός λογαριασμός της ανισορροπίας που παράγει στην εξίσωση ιδιωτική πρωτοβουλία – κόσμος της εργασίας θα έρθει δύο τρία χρόνια αργότερα. Οταν θα δούμε -επιχειρηματίες και εργαζόμενοι- στην πράξη τις συνέπειες του νομοσχεδίου.

Η κατάργηση του ελεύθερου χρόνου των πολλών θα πλήξει την κατανάλωση και τις πωλήσεις των επιχειρήσεων. Η κόπωση του εργατικού δυναμικού θα οδηγήσει στη μείωση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων, καθώς η χειρότερη μορφή απεργίας είναι η βουβή. Η διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης θα απειλήσει την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη. Η πολιτική αυτή θα ωφελήσει μεσοπρόθεσμα τις επιχειρήσεις, αλλά μακροπρόθεσμα θα βλάψει τον ιδιωτικό τομέα και την οικονομία. Γι’ αυτό θεωρώ ότι δεν είναι πραγματικά φιλελεύθερη, ενώ διακηρύσσει ότι είναι. Ήδη στη διεθνή βιβλιογραφία έχουν κάνει την εμφάνισή τους συγγράμματα, όπως αυτό του Γάλλου οικονομολόγου Jacques Attali για την «Οικονομία της Ζωής», που ακουμπούν ακροθιγώς τα ανωτέρω.

Η πανδημία άλλαξε τον κόσμο. Δυστυχώς, δεν γίνεται να δίνουμε παλαιές απαντήσεις σε νέα ερωτήματα. Οι απαντήσεις αυτές ίσχυαν ίσως το 1990, το 2000, το 2010, δεν ισχύουν όμως πια. Κάτι μας διαφεύγει. Ευημερία χωρίς τους πολλούς στο παιχνίδι, άλλωστε, είναι εν τέλει φενάκη και υπονόμευση, βόμβα στα θεμέλια του δημοκρατικού καπιταλισμού.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

Γιάννης Χ. Κουριαννίδης
Γιάννης Χ. Κουριαννίδης
Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς
Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς
Μανώλης Κοττάκης
Μανώλης Κοττάκης
Παναγιώτης Λιάκος
Παναγιώτης Λιάκος
Μανώλης Κοττάκης
Μανώλης Κοττάκης
Απόστολος Κρητικόπουλος
Απόστολος Κρητικόπουλος

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ