Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

Καθολική ανυπαρξία ελληνικής αντίστασης

Μέσα από τις διαθέσιμες εικόνες και πληροφορίες από το μέτωπο της Συρίας, στρατιωτικοί αναλυτές και επιτελείς στην Ελλάδα τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούν άφωνοι τους χειριστές των μη επανδρωμένων τουρκικών αεροσκαφών και οχημάτων να εξαϋλώνουν τις κουρδικές θέσεις από την ασφάλεια των μετόπισθεν και της ενδοχώρας.

  • Από τον Αλκιβιάδη Κ. Κεφαλά

Ενώ επί δεκαετίες η χώρα αγνοούσε τις τουρκικές τεχνολογικές επιτυχίες, σήμερα, έστω και αργά, έχει γίνει κατανοητό στο ελληνικό πολιτικό σύστημα ότι η γειτονική χώρα ανέπτυξε εγχώρια αμυντική βιομηχανία και τεχνολογία με έμφαση στην αεροδιαστημική και τη ναυτική τεχνολογία.

Εύλογα, λοιπόν, προκύπτουν δύο θέματα, στα οποία μέχρι σήμερα το πολιτικό σύστημα και οι ελίτ αποφεύγουν συστηματικά να απαντήσουν. Το πρώτο έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Τουρκία κατόρθωσε από μια καθαρά γεωργική χώρα που ήταν πριν από 30 χρόνια να μετασχηματιστεί σε έναν βιομηχανικό αμυντικό γίγαντα, με το 70% των στρατιωτικών αναγκών της να καλύπτεται σήμερα από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία της, και το δεύτερο, με τους λόγους της αποτυχίας της Ελλάδας σε αυτόν τον τομέα. Ερωτήματα, επίσης, προκύπτουν σχετικά με τους λόγους που το πολιτικό σύστημα αγνόησε το στρατηγικό δόγμα του Κλαούζεβιτς, ότι «η αυτοδύναμη ισχύς αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη επιβίωσης». Το ανωτέρω αξίωμα στο επίπεδο της κρατικής εφαρμογής συνεπάγεται, βεβαίως, την ύπαρξη εθνικής αμυντικής βιομηχανίας, επειδή θεωρείται ολέθριο λάθος η ανάθεση της άμυνας μιας χώρας σε πολυεθνικούς σχηματισμούς ή σε τρίτους.

Η ισχύς του αξιώματος απεδείχθη πρόσφατα ακόμα μία φορά μέσα από την προδοσία των Κούρδων από τους Αμερικανούς, όπως έγινε και στο παρελθόν με την Κύπρο. Είναι, επίσης, γενικά αποδεκτό ότι οι πολιτικές θέσεις ενός έθνους και συνεπώς και η πεποίθησή του περί της ανάγκης της ιστορικής συνέχειάς του, καθώς και η βούληση επιβίωσής του στον χώρο και στον χρόνο διαμορφώνονται από τις ιδεολογικές θέσεις της μεγαλοαστικής τάξης και των οικονομικών ελίτ, επειδή αυτές ελέγχουν τους πολιτικούς σχηματισμούς και τη συμπεριφορά της κοινωνίας, αφενός μέσω του χρήματος και αφετέρου μέσω της προπαγάνδας που εξασκούν διά του έντυπου Τύπου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης που κατέχουν.

Συνεπώς, οι ελίτ κατευθύνουν τη συμπεριφορά και την ιδεολογία της κοινωνίας και όχι μια πολιτική παρθενογένεση, όπως προπαγανδίζουν τα πολιτικά κόμματα. Στην Ελλάδα, οι οικονομικές ελίτ, αναφέρει ο Ωνάσης σε επιστολή του προς τους Έλληνες εφοπλιστές της Νέας Υόρκης -εκδόθηκε ως βιβλίο με τίτλο «Το εγχειρίδιο του Έλληνα εφοπλιστή» από τις εκδόσεις Άριστον-, ποτέ δεν απέκτησαν εθνική συνείδηση επειδή είναι ρηχές, μεταπρατικές, άνευ παράδοσης και πατίνας και συνεπώς πάντα αλληθώριζαν ιδεολογικά εκτός Ελλάδος. Είναι επίσης αποδεκτό ότι η ανάπτυξη εθνικής αμυντικής βιομηχανίας προϋποθέτει σοβαρές ιδιωτικές επενδύσεις, εάν βεβαίως οι ελίτ διαθέτουν έστω και ψήγματα εθνικής συνείδησης, όπως φαίνεται ότι διέθεταν στην Τουρκία όταν άρχισαν από τη δεκαετία του 1990 να επενδύουν στην εθνική τεχνογνωσία. Έτσι, η τουρκική μεγαλοαστική τάξη επί τη βάσει ενός μακροοικονομικού σχεδίου επένδυσε συστηματικά αφενός στην παιδεία, με τη δημιουργία ιδιωτικών τεχνολογικών πανεπιστημίων, και αφετέρου στην αμυντική βιομηχανία. Στον αντίποδα, οι αντίστοιχοι Έλληνες κεφαλαιούχοι τοποθετούν τα χρήματά τους στην αγορά ακινήτων ή στο εξωτερικό. Επίσης, αμέσως μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, οι αντίστοιχες ελληνικές κρατικές προσπάθειες ανάπτυξης εθνικής αμυντικής βιομηχανίας απέτυχαν, επειδή η διαφθορά και η ανικανότητα καθώς και οι πελατειακές σχέσεις που διέπουν το Ελληνικό Δημόσιο μεταφέρθηκαν στις αντίστοιχες αμυντικές βιομηχανίες, ακυρώνοντας την επιτυχία του εγχειρήματος.

Όπως ένας πρώην μηχανικός αυτοκινήτων θα τοποθετηθεί διοικητής νοσοκομείου, ένας κομμωτής θα αναλάβει τη διαχείριση των προγραμμάτων ΕΣΠΑ για την επιμόρφωση, με την ίδια λογική, ένας οδοντίατρος, ένας δικηγόρος ή ένας κοινωνιολόγος, προϊόντα κομματικών σωλήνων, θα τοποθετηθούν επικεφαλής κρατικών αμυντικών βιομηχανιών, όταν τα αντίστοιχα στελέχη ξένων ανταγωνιστικών βιομηχανιών, εκτός της επιστημονικής και τεχνολογικής τους κατάρτισης, διαθέτουν και την αναγκαία πολυετή πείρα βιομηχανικής διοίκησης. Επιπροσθέτως, η αναγκαία κοινωνική συναίνεση που απαιτείται για ένα τέτοιο εγχείρημα είναι απούσα σήμερα στην Ελλάδα.

Η ελληνική κοινωνία μέσω της προπαγάνδας όχι μόνο έχει αποδεχτεί την κοινωνική αδικία, την ανισότητα και τη ληστρική φορολογία των Μνημονίων, αλλά επιπλέον έχει διαμορφώσει μια πολιτική θέση ανοχής απέναντι στην εξωτερική επιθετικότητα, επειδή θεωρεί ότι οι εξοπλισμοί και η δημιουργία αμυντικής βιομηχανίας είναι πεταμένα λεφτά. Η Ελλάδα φαίνεται ότι έχει χάσει κάθε διάθεση αντίστασης όχι μόνο απέναντι στην εγχώρια πολιτική βία και διαφθορά, αλλά και απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα, επειδή έχει αντιληφθεί ότι οι ελίτ και οι πολιτικοί την έχουν αφήσει ιδεολογικά, πνευματικά και τεχνολογικά γυμνή απέναντι στα εγχώρια και τα ξένα θηρία.

*Διδάκτωρ Φυσικής του Πανεπιστημίου του Manchester, UK, δ/ντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ