Σάββατο 12/6/2021

Οι γκρίζες ζώνες της ιστορίας

Σάββατο μεσημέρι στον πεζόδρομο της πολύβουης οδού Ερμού στο Μαρούσι με σταματά ένας κύριος, 65 plus. Σιωπηλός.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Με κοιτά στα μάτια και μου δίνει ένα φυλλάδιο. Η Αριστερή Κίνηση Πολιτών Αμαρουσίου έχει τυπώσει ένα φυλλάδιο για την επέτειο του Πολυτεχνείου και το διανέμει στους περαστικούς. Φεύγω ρίχνοντας αργότερα μια διαγώνια ματιά στο κείμενο. Κλασικά εικονογραφημένα: ΜΑΤ, κλομπ, βία, Ακροδεξιά, κυβέρνηση Μητσοτάκη. Δεν το πετώ, όμως.

Με χωρίζει άβυσσος από την Αριστερά αλλά, πρώτον, σέβομαι έναν υπερήλικα που στέκεται απέναντί μου για να υπερασπιστεί τις ιδέες του ενώ θα μπορούσε να πίνει καφέ στην ηλιόλουστη πλατεία ή να παίζει με τα εγγόνια του και, δεύτερον, νομίζω ότι γνωρίζω σε καλό βαθμό την ψυχολογία της Αριστεράς. Μεγάλωσε με ορισμένα ορόσημα τα οποία πασχίζει να γλιτώσει από το γκρέμισμα. Και αν τις προηγούμενες μέρες επέμεινα ότι η ρητορεία της έντασης δεν πρέπει να τροφοδοτείται από τη Δεξιά με άστοχες δηλώσεις βουλευτών, είναι γιατί γνωρίζω άριστα πώς συσπειρώνεται και πώς αποσυσπειρώνεται αυτός ο χώρος. Τα κλομπ και οι αυταρχικές κορόνες τον συσπειρώνουν. Φαίνεται ότι είχα δίκιο. Αν και κορυφαίος κυβερνητικός αξιωματούχος με τον οποίο μοιράστηκα τον προβληματισμό μου το Σάββατο δεν συμμεριζόταν τις εκτιμήσεις μου (αναφέρθηκε σε έναν αριθμό 2.000 ατόμων που ασχολούνται με την προσθήκη ότι η μεγάλη κοινωνία μένει αδιάφορη), εντούτοις στο κέντρο της Αθήνας βρέθηκαν την Κυριακή, κατά την ΕΛ.ΑΣ., 20.000 πολίτες, κατά τους διοργανωτές 40.000. Δεν ήταν και λίγοι, όποια εκδοχή και αν επιλέξεις. Για πρόβα επανασυσπείρωσης μετά τη μεγάλη νίκη της Ν.Δ. καλά τους πήγε.

Διαχρονική παρατήρηση όσων συμβαίνουν στον χώρο της Αριστεράς δείχνει ότι αυτή δεν έχει πρόβλημα με το ξύλο, την καταστολή και τον αυταρχισμό. Έως και «πολιτική ευλογία» τα θεωρεί. Με τα γεγονότα και με τα επιχειρήματα έχει. Έπειτα από πέντε χρόνια Μνημονίων και απόλυτου συμβιβασμού με το σύστημα, το μόνο ορόσημο με δάφνες που της απέμεινε να ανεμίζει για να διαφημίζει τους κοινωνικούς αγώνες της είναι το Πολυτεχνείο. Το Πολυτεχνείο που έχει μεγάλες γκρίζες ζώνες. Όταν λοιπόν η συζήτηση μεταφέρεται από τις γκρίζες ζώνες στο πεζοδρόμιο, στις προσαγωγές και στα ΜΑΤ, το παιχνίδι για τη συντηρητική παράταξη είναι εξ ορισμού χαμένο. Δίδεται το δικαίωμα στον θρασύ κύριο Τσίπρα να υποστηρίζει πειστικά ότι αυτή η επέτειος ενοχλεί τη Δεξιά.

Αλλά γιατί να την ενοχλεί; Η ιστορική έρευνα έως τώρα έχει αποδείξει ότι η αυθόρμητη εξέγερση (στην οποία απέφυγε στην αρχή να μετάσχει το έμπειρο ΚΚΕ) αξιοποιήθηκε από τον αόρατο δικτάτορα Ιωαννίδη για την πτώση του δικτάτορα Παπαδόπουλου, ο οποίος εμφάνιζε σημάδια απειθαρχίας προς τις ΗΠΑ. Δεν έριξαν οι φοιτητές τη δικτατορία. Τον έναν δικτάτορα έριξαν για να έρθει -χωρίς να το ξέρουν, βεβαίως- ο άλλος, ο χειρότερος. Αυτός που χρησιμοποιήθηκε από τις μεγάλες δυνάμεις για να εισβάλει ο «Αττίλας» στην Κύπρο. Η αλήθεια είναι λοιπόν πικρή και έχουν διατυπωθεί υπαινιγμοί γι’ αυτήν («βλάσφημα ερωτήματα» ονομάστηκαν) από κορυφαία στελέχη της τότε ΚΝΕ, όπως ο Νίκος Μπίστης. Το Πολυτεχνείο ήταν ενδιάμεσος σταθμός. Χωρίς Πολυτεχνείο δεν θα υπήρχε Ιωαννίδης και χωρίς Ιωαννίδη δεν θα υπήρχαν τραγωδία στην Κύπρο και «Αττίλας».

Κάποια στιγμή αυτή η βλάσφημη συζήτηση πρέπει να γίνει. Ενθουσιώδεις και μαχητικοί νέοι -που δεν γνώριζαν, βεβαίως, το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι- έγιναν στην ουσία κομπάρσοι πάνω στη μεγάλη σκακιέρα. (Θα λειτουργούσε άραγε ο ραδιοφωνικός σταθμός επί τρεις μέρες αν η δικτατορία δεν το επέτρεπε; Μια διακοπή ρεύματος ή μια μεγάλη παρεμβολή να γινόταν, θα τον εξαφάνιζε.) Αντί, λοιπόν, κάποια στιγμή να κάνουμε μια μεγάλη άσκηση εθνικής αυτογνωσίας, να τραβήξουμε την κουρτίνα και να δούμε ποιες ήταν οι αληθινές επιπτώσεις της εξέγερσης, η Δεξιά και η Ακροδεξιά ασχολούνται κάθε χρόνο τέτοια εποχή με το αγαπημένο τους θέμα: Αν υπήρχαν ή δεν υπήρχαν νεκροί στο Πολυτεχνείο. Συζήτηση που δείχνει ότι πράγματι η Δεξιά νιώθει άβολα με τους νεκρούς της Αριστεράς. Ενώ το αληθές ερώτημα έπρεπε να είναι το εξής: Θα ήθελαν να θυσιαστούν αυτοί οι άνθρωποι και να δώσουν το αίμα τους αν ήξεραν ότι επρόκειτο να χάσουμε τη μισή Κύπρο; Αντιλαμβάνομαι, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια άχαρη συζήτηση. Κάθε γενιά θέλει να πιστεύει ότι έκανε κάτι για να αλλάξει ο τόπος.

Κάθε γενιά θέλει να μιλά για τους αγώνες της. Κάθε γενιά -ειδικά όσα μέλη της δεν συμβιβάστηκαν με το σύστημα και δεν ρευστοποίησαν τη συμμετοχή τους στο Πολυτεχνείο- θέλει να κρατά τον μύθο της ζωντανό. Νομίζω, όμως, ότι η εθνική αυτογνωσία είναι ισχυρότερη από τον μύθο. Τώρα που θα εορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, ίσως είναι μια καλή αφορμή να ανοίξουμε αυτό το ευρύ κεφάλαιο: Σε ποιες περιόδους της νεότερης ιστορίας μας «χρησιμοποιηθήκαμε». Δεν είναι μία και δύο. Από τον διχασμό, τον Εμφύλιο, το Πολυτεχνείο έως τον Δεκέμβριο του 2008 και τους Αγανακτισμένους, συνέβη κατά κόρον. Δεν πρέπει να μας ξανασυμβεί. Εάν προϋπόθεση για αυτό είναι να έρθουμε, δεξιοί και αριστεροί, αντιμέτωποι με τους μύθους μας και τις αλήθειες μας, ας είναι. Να το τολμήσουμε.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ