Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

Βαλκανική σύνοδος μικρών προσδοκιών

Πρωτοβουλία διοργάνωσης ειδικής συνόδου για τα δυτικά Βαλκάνια και την ευρωπαϊκή προοπτική τους αναλαμβάνει η ελληνική κυβέρνηση, επιλέγοντας την οδό της άνευ (αυστηρών) όρων στήριξης της Αλβανίας και των Σκοπίων και της αντιπαράθεσης με αρκετούς εταίρους στην Ε.Ε.

  • Από τον Αλέξανδρο Τάρκα

Η βαλκανική σύνοδος πιθανότατα θα διοργανωθεί στο πρώτο τρίμηνο του 2020, ώστε αφενός να έχει προχωρήσει η αρχική περίοδος ανάληψης καθηκόντων της νέας Κομισιόν υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και αφετέρου να υπάρχουν ικανά χρονικά περιθώρια «ζυμώσεων» μέχρι τις επόμενες διαδικασίες που συνδέονται με τα Τίρανα και τα Σκόπια. Μεταξύ αυτών, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο, το δεύτερο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η σύνοδος κορυφής Ε.Ε. – Δυτικών Βαλκανίων τον Ιούνιο, και η σύνοδος του Berlin Process αργότερα το καλοκαίρι του 2020.

Η ελληνική πρωτοβουλία απευθύνεται (πέραν της Αλβανίας και των Σκοπίων) και προς τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία, καθώς και προς τις χώρες της βαλκανικής χερσονήσου που είναι ήδη μέλη της Ε.Ε. Κρίσιμο νομικό και διπλωματικό ζήτημα θα αποδειχθεί η πρόσκληση ή μη της Δημοκρατίας του Κοσόβου, λόγω της μη αναγνώρισής της από πέντε μέλη της Ε.Ε. (ανάμεσά τους και η Ελλάδα) και του κινδύνου επίκλησης σχετικών αναλογιών στο Κυπριακό. Επίσης, ο σχεδιασμός της Αθήνας προβλέπει -αυτονόητα- τη συμμετοχή της Κομισιόν και ίσως τρίτων χωρών εκτός Βαλκανίων.

Η παρούσα πρωτοβουλία θυμίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη Σύνοδο της Θεσσαλονίκης του Ιουνίου 2003 επί Κ. Σημίτη και Γ. Παπανδρέου (με διευθυντή Βαλκανικών Υποθέσεων στο υπουργείο Εξωτερικών τον πρέσβη Αλ. Μαλλιά), η οποία εδραίωσε τις στενότερες σχέσεις Ε.Ε. – Βαλκανίων και τη σταθεροποίηση στα βόρεια σύνορά μας μετά την αιματηρή δεκαετία του ’90. Δυστυχώς, βέβαια, οι συσχετισμοί ισχύος είναι πολύ διαφορετικοί συγκριτικά με το 2003, όταν η Ελλάδα και η οικονομία της αναπτύσσονταν εντυπωσιακά και οι βαλκανικές κυβερνήσεις αποδέχονταν τους όρους της Αθήνας, ενώ σήμερα οι πρωθυπουργοί της Αλβανίας Έντι Ράμα και των Σκοπίων Ζόραν Ζάεφ δίνουν αόριστες υποσχέσεις στον ομόλογό τους Κυρ. Μητσοτάκη, χωρίς να εκτιμούν την ελληνική χείρα φιλίας.

Παράλληλα, τίθενται ερωτήματα για τις αντιδράσεις των άλλων εταίρων έναντι της ελληνικής πρωτοβουλίας. Η Γερμανία προφανώς θα ταχθεί υπέρ της πρωτοβουλίας, καθώς επιθυμεί ταχεία πρόοδο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις και είναι γνωστή η θεωρία του Βερολίνου πως η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί ιδανικό μοντέλο για την επίλυση των διαφορών στα Βαλκάνια και για άλλες χρονίζουσες κρίσεις διεθνώς. Κατά παρόμοιο τρόπο, θετική αναμένεται και η στάση της Ιταλίας, που υιοθετεί περίπου το σύνολο των εσωτερικών και εξωτερικών επιλογών της κυβέρνησης Ράμα και κυριαρχεί στην Αλβανία, έχοντας την ίδια φιλοδοξία και για το Κόσοβο και τα Σκόπια.

Αντίθετα, η Γαλλία, που πρωταγωνίστησε στο βέτο κατά των Τιράνων και των Σκοπίων τον Οκτώβριο, είναι σαφές ότι θα δυσαρεστηθεί με την ελληνική πρωτοβουλία, ακόμα κι αν δεν υπάρξουν επίσημες ανακοινώσεις και σχολιασμοί. Ο κ. Ζάεφ έσπευσε να παρέμβει στις σχέσεις ΑθήναςΠαρισιού, δηλώνοντας την περασμένη Πέμπτη στη Θεσσαλονίκη ότι «ο κ. Μητσοτάκης μού υποσχέθηκε πως θα μας βοηθήσει» και «θα μιλήσει με όλους τους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Εμανουέλ Μακρόν». Φυσικά, προς απόδειξη της διαχρονικής διγλωσσίας και αναξιοπιστίας όλων των ηγετών των Σκοπίων από το 1991 έως σήμερα, το «ευχαριστώ» προς τον κ. Μητσοτάκη ήρθε την Κυριακή. Το υπουργείο Εξωτερικών των Σκοπίων εξέδωσε μια απειλητική ανακοίνωση ότι η διαφημιστική εκστρατεία προστασίας των ελληνικών προϊόντων αποτελεί «μονομερή προσέγγιση που θα μπορούσε να υπονομεύσει την αμοιβαία εμπιστοσύνη και να έχει αρνητικό αντίκτυπο»!

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τα αιτήματα των Σκοπίων και των Τιράνων, ο κ. Μακρόν δεν δείχνει διάθεση να αλλάξει στο παραμικρό τη γενικότερη πολιτική του για τη διεύρυνση, όπως αποδεικνύεται από το «σκληρό» γαλλικό non paper προς τις άλλες κυβερνήσεις της Ε.Ε., που διέρρευσε προχθές.

Επιπρόσθετα, καλά πληροφορημένες πηγές αναφέρουν ότι, σε αντίθεση με την καλλιεργούμενη εικόνα περί απομόνωσης του Παρισιού και επηρεασμού του κ. Μακρόν από τις εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητές του, η Γαλλία έχει καταφέρει να εξασφαλίσει την υποστήριξη τουλάχιστον της Αυστρίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Σλοβενίας και της Σουηδίας, δημιουργώντας ένα πολύ ισχυρό μέτωπο. Και το ερώτημα, που μάλλον ξεπερνά τις διπλωματικές δυνατότητες της Ελλάδας, είναι αν θα υπάρξει ειδική διαπραγμάτευση μεταξύ του φιλογαλλικού μετώπου και της Κομισιόν για την Αλβανία και τα Σκόπια και με ποιες παρενέργειες.

*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ