14-8-2020

Η εθνική ενότητα οδηγεί στην Πόλη

«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις…»

  • Από τον Παναγιώτη Λιάκο

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Ελληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά.

Εκατόν Ελληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξε! Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια».

Απόσπασμα από την ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς τους γυμνασιόπαιδες στην Πνύκα. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αιών» στις 13 Νοεμβρίου 1838.

Ο Γέρος του Μοριά, παρόλο που είχε και πολιτικό αισθητήριο πέρα από στρατιωτικό, δεν ήταν λογάς. Περισσότερο άνθρωπος των πράξεων ήταν και των συγχρονισμένων με τους καιρούς, τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους επιλογών. Στις ομιλίες του δεν επιδίωκε τον εντυπωσιασμό. Γνώριζε ότι η απόλυτη δύναμη βρίσκεται στην αλήθεια, αφού η αλήθεια είναι η μόνη που υπάρχει. Τα ψέματα και οι λεκτικές κορδέλες αποτελούν προπετάσματα καπνού, που σκορπίζουν εύκολα μόλις φυσήξει ο άνεμος της πραγματικότητας.

Ωστόσο, ο Κολοκοτρώνης είχε τον τρόπο του να εκφράζει όσα πίστευε ως αληθή – και οι περισσότερες από τις εκτιμήσεις του ήταν ακριβείς, μια και δοκιμάστηκαν και κρίθηκαν ως τέτοιες στο απαιτητικό εργαστήριο της πολεμικής αναμέτρησης με τους Τούρκους, υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες που μπορεί να φανταστεί κάποιος. Αν ο αρχιστράτηγος του Αγώνα ήταν πλανεμένος, αιθεροβατούσε και ξαστοχούσε στην ανάλυση των δεδομένων, οι υπέρτερες -σε υλικό και τεχνικό επίπεδο- δυνάμεις του εχθρού θα είχαν αφανίσει και τον ίδιο και τους στρατιώτες του.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκανε ακριβείς υπολογισμούς για την ισορροπία των δυνάμεων μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων επειδή δεν περιόριζε τον ορίζοντά του στο πεδίο της ύλης. Συνυπολόγιζε, όπως όλοι οι επιτυχημένοι στρατηγοί, τον ψυχικό παράγοντα. Η κοινή επιθυμία, η συλλογική επιδίωξη, το εθνικό όραμα της Απελευθέρωσης και η ομοψυχία θεωρήθηκαν από τον ίδιο ως υπέρτερα της ένδειας σε υλικά για τη διεξαγωγή του πολέμου.

Στην ίδια ομιλία επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε “πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα”, αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Βασικό συστατικό της συνταγής της νίκης για τον Κολοκοτρώνη είναι η εθνική ενότητα. Στον λόγο του προς τους γυμνασιόπαιδες η ομοθυμία και η ομόνοια μεταξύ των Ελλήνων παρουσιάζονται ως προϋπόθεση ξεσπάσματος της Επανάστασης όσο και ως αναγκαία συνθήκη για την επίτευξη του μύχιου, διαχρονικού πόθου του έθνους μας από την Αλωση κι εντεύθεν: της ανάκτησης της Κωνσταντινούπολης. Ένας άνθρωπος που έχει περάσει ζωντανός τις πύλες του Αδη, όταν κατά τη διάρκεια της εμφύλιας σύρραξης είδε τον γιο του Πάνο σκοτωμένο από ελληνικό βόλι (3 Δεκεμβρίου 1824), δεν διανοούνταν να μασήσει τα λόγια του.

Στόχος είναι η Πόλη· και με την Επανάσταση του 1821 οι Ελληνες, ενωμένοι, άγγιξαν το θαύμα. Οι εκάστοτε κυβερνήσεις, λόγω της φρικτής νόσου της εθνικής ανικανότητας που πλήττει την πολιτική τάξη της χώρας, μπορεί να αποποιούνται, να εξορκίζουν, να ονειδίζουν αυτή την επιδίωξη. Όμως ο λαός ποτέ δεν λησμόνησε τη Βασιλεύουσα. Τη μνημονεύει και κάπου, βαθιά μέσα στη συνείδηση, κρατιέται αναμμένη η φλόγα του πόθου – μέχρι να γίνει πυρκαγιά που θα κατακάψει τα αόρατα, αλλά ισχυρά δεσμά που μας κρατούν χαμηλά.

Η έφοδος του 1821 ανεκόπη από τον διχασμό, που πάντοτε αποδεικνύεται ο καλύτερος σύμμαχος των Τούρκων. Την επόμενη φορά ίσως είναι αλλιώς τα πράγματα…

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ