Κυριακή 13/6/2021

Ελληνική συναίνεση σε Τίρανα και Σκόπια

Θετική εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την έναρξη των ενταξιακών τους διαπραγματεύσεων, «έπειτα από επιπλέον απτές και βιώσιμες μεταρρυθμίσεις», εξασφαλίζουν η Αλβανία και η λεγόμενη Βόρεια Μακεδονία, αλλά ο χρόνος της τελικής απόφασης εξαρτάται από τη νέα διαδικαστική μεθοδολογία της Ε.Ε. και από τα τρέχοντα προβλήματα στις Βρυξέλλες λόγω του κορωνοϊού.

  • Από τον Αλέξανδρο Τάρκα

Το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της Ε.Ε. είχε προγραμματιστεί, υπό κανονικές συνθήκες, να εξετάσει αύριο, Τρίτη, τη διαδικασία διεύρυνσης με τις δύο βαλκανικές χώρες. Ωστόσο η επιδημία ματαίωσε την επίσημη συνεδρίαση και σήμερα το πρωί αναμένεται να αποφασιστεί η σύγκληση (ή μη) τηλεδιάσκεψης με τη συμμετοχή των αρμόδιων υπουργών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων με περιορισμένη ατζέντα. Η συνεδρίαση θα προετοιμάσει (ή θα προετοίμαζε) την εισήγηση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 26ης-27ης Μαρτίου το οποίο, επίσης, προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί μέσω τηλεδιάσκεψης.

Όμως, ανεξάρτητα από τον ακριβή χρόνο και τρόπο των συνεδριάσεων, η νέα πραγματικότητα είναι ότι η Γαλλία (που είχε θέσει βέτο πέρυσι) ήρε τις αντιρρήσεις της, ενώ η Ελλάδα, η Ολλανδία και η Δανία κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική κυβέρνηση έχει ενημερώσει την Κομισιόν, τους εταίρους στην Ε.Ε. και την αμερικανική πλευρά πως συμφωνεί με την έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών.

Με δεδομένο ότι τα Τίρανα και τα Σκόπια ούτε έχουν προχωρήσει στις απαιτούμενες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις ούτε σέβονται τις καλές γειτονικές σχέσεις με την Ελλάδα, η κυβέρνηση θα δώσει τη θετική εισήγηση βασιζόμενη σε δύο διπλωματικές δικαιολογίες: ότι, πρώτον, η πορεία του ενταξιακού διαλόγου θα εξαρτηθεί από τη νέα μεθοδολογία ελέγχου των υποψήφιων χωρών και τη σύγκληση σχετικών Διακυβερνητικών Διασκέψεων που θα αξιολογούν την επίτευξη προόδου.

Και, δεύτερον, ότι επείγει η τόνωση των ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων, ώστε να αποτραπεί η ανάμειξη και μεγαλύτερη επιρροή τρίτων μερών (δηλαδή της Ρωσίας και της Κίνας) στην περιοχή.

Όπως σημειώνουν διπλωματικές πηγές στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες, αμφότερα τα επιχειρήματα πάσχουν. Ο κύριος λόγος είναι ότι η νέα μεθοδολογία διαφέρει από την παλαιότερη μόνον ως προς τα τεχνικά-γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά της, που δίνουν απλώς έμφαση σε συζητήσεις επί έξι ομάδων- «συμπλεγμάτων διαπραγματευτικών κεφαλαίων» (clustered chapters) τα οποία μέχρι τώρα διεξάγονταν μεμονωμένα για κάθε κεφάλαιο (οικονομία, δικαιοσύνη, γεωργία κ.λπ.).

Επίσης, αν και δεν υπάρχουν ασφαλώς αμφιβολίες για την -κατά την αμερικανική ορολογία- «κακόβουλη επιρροή» της Μόσχας και του Πεκίνου στα Δυτικά Βαλκάνια, η Κομισιόν και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών δεν απαιτούν από τα Τίρανα και τα Σκόπια μείωση των επαφών τους με τη Ρωσία και την Κίνα, ενώ πολλές εξ αυτών είναι επισπεύδουσες στις οικονομικές συναλλαγές με το Πεκίνο.

Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας είναι οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Γερμανία που εκτιμούν ότι η επένδυση της COSCO μεταφράζεται σε πολιτική επιρροή. Προειδοποιούν εξάλλου την κυβέρνηση πως οι απλόχερες επενδυτικές υποσχέσεις της Κίνας (που, ούτως ή άλλως, σπανιότατα υλοποιούνται) συνοδεύονται από υπόγεια μακροπρόθεσμα σχέδια.

Μετά την αρχική έγκριση για τις ενταξιακές συνομιλίες, κρίσιμες θα είναι οι ημερομηνίες και η θεματολογία των πρώτων Διακυβερνητικών Διασκέψεων, οι οποίες μάλλον θα συγκληθούν επί γερμανικής προεδρίας στην Ε.Ε. το δεύτερο εξάμηνο του 2020.

Προς αυτήν την κατεύθυνση στρέφονται η πρόεδρος της Κομισιόν Ουρ. φον ντερ Λάιεν και ο ύπατος εκπρόσωπος, Ζ. Μπορέλ. Η ελληνική πλευρά έχει βολιδοσκοπηθεί από την Κομισιόν για τον προτιμητέο χρόνο σύγκλησης των διακυβερνητικών και για τη σκοπιμότητα ορισμού ενός πρόσθετου κεφαλαίου, πέραν των «cluster chapters», για τις σχέσεις καλής γειτονίας στα Βαλκάνια.

Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάμειξη της αμερικανικής διπλωματίας, καθώς επιτυγχάνεται ο στόχος που είχε πρώτος θέσει για τις ενταξιακές συνομιλίες ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών Μ. Πάλμερ, ήδη επί κυβέρνησης Τσίπρα, τον Σεπτέμβριο του 2018. Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν πυκνώσει οι συνεννοήσεις με τον Αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα, Τζ. Πάιατ, και άλλους αξιωματούχους προς τους οποίους η κυβέρνηση υπογραμμίζει πως αν και διατηρεί σοβαρότατες επιφυλάξεις ως προς τις προθέσεις του Αλβανού πρωθυπουργού, Εντι Ράμα, ο οποίος δεν παρέχει εγγυήσεις για την προστασία της ελληνικής εθνικής μειονότητας, θα συναινέσει στην έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών.

Το σκεπτικό της κυβέρνησης είναι ότι μέσω της τεχνικής μεθοδολογίας και των διακυβερνητικών, θα ασκείται μεγαλύτερη πίεση στα Τίρανα για συμμόρφωση προς τις -στοιχειώδεις- υποχρεώσεις τους. Αντίθετα, από τις διπλωματικές επαφές με τις ΗΠΑ και τα μέλη της Ε.Ε. απουσιάζουν, σχεδόν ολοκληρωτικά, οι συζητήσεις για συμμόρφωση των Σκοπίων προς τους όρους -ακόμα και της κάκιστης- Συμφωνίας των Πρεσπών.

* Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ