Παρασκευή 18/6/2021

Πολύ νωρίς για… πάρτι και σαμπάνιες

Θα πρέπει να είναι κάποιος πολιτικά μικρόψυχος ή αθεράπευτα… συριζαίος για να ισχυριστεί ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη απέτυχε στη διαχείριση της, πρώτης τουλάχιστον φάσης, επέλασης του κορωνοϊού.

  • Από τον Γιώργο Χαρβαλιά

Με τα μέσα που διέθετε η χώρα, μια χαρά τα πήγε και από υγειονομικής και από πολιτικής πλευράς. Από επικοινωνιακής, δε, έσπασε όλα τα κοντέρ, αφού πρώτα έτρεξε να μπουκώσει τα πρόθυμα λιβανιστήρια των ΜΜΕ με κρατική διαφήμιση, αναστέλλοντας ταυτόχρονα τις οικονομικές υποχρεώσεις των τηλεοπτικών σταθμών. Φοβάμαι πως ειδικά αυτή την αθέμιτη υπερβολή μπορεί να την πληρώσει ακριβά η κυβέρνηση στο μέλλον.

Πρώτον, επειδή τα ίδια τα ενημερωτικά μέσα του συστήματος, μέσα στον ζήλο να εξυπηρετήσουν, έβαλαν τον πήχη πολύ ψηλά, διατεινόμενα ότι στη μάχη κατά του κορωνοϊού είμαστε… πρωταθλητές κόσμου. Ε, λοιπόν, δεν είμαστε πρωταθλητές κόσμου. Ας μην κάτσουμε να αναλύσουμε τους δείκτες, γιατί χωρούν πολλή συζήτηση και μερικές φορές αποπροσανατολίζουν. Ένας από τους βασικούς, το λεγόμενο Case Fatality Rate, που αφορά το ποσοστό θνητότητας επί καταγεγραμμένων κρουσμάτων, εμφανίζει την Ελλάδα με μέτριες προς καλές επιδόσεις, αφού βρίσκεται λίγο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εικόνα είναι όμως απατηλή και αδικεί τις ελληνικές επιδόσεις. Απλούστατα, γιατί στην Ελλάδα τα κρούσματα, λόγω μη διενέργειας επαρκών ελέγχων, έχουν υποεκτιμηθεί δραματικά. Με βάση τον εκτιμώμενο πραγματικό αριθμό κρουσμάτων, το ποσοστό θνησιμότητας είναι πολύ μικρότερο από το περίπου 5% που εμφανίζεται σήμερα, πιθανότατα και κάτω από την ποσοστιαία μονάδα.

Ένας άλλος δείκτης που στην περίπτωση της Ελλάδας είναι πιο αντιπροσωπευτικός αφορά τον αριθμό θανάτων που αποδίδονται στον Covid-19 ανά εκατομμύριο πληθυσμού. Eκεί η Ελλάδα εμφανίζει αξιοσημείωτη επίδοση και βρίσκεται στην πρώτη εικοσάδα χωρών με τους λιγότερους θανάτους, πάντα αναλογικά ως προς τον πληθυσμό. Ασφαλώς και υπάρχουν κράτη με καλύτερες επιδόσεις, όπως το Ισραήλ, η Αυστραλία, η Ισλανδία, ακόμη και η γειτονική μας Σερβία.

Το γεγονός, όμως, ότι η χώρα μας δεν έγινε Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία ή ακόμη και Βέλγιο, που με πληθυσμό ανάλογο με τον ελληνικό έχει 60 φορές περισσότερους θανάτους και η κυβέρνησή του πασχίζει να δικαιολογηθεί ότι τους μετράει… σωστότερα, είναι από μόνο του μια μεγάλη επιτυχία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σκληρό lockdown ήταν μονόδρομος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και μπράβο στην αποφασιστικότητά του, ανεξαρτήτως αν κοίταξε (δεν θέλω να πω προέταξε) και τη δική του πολιτική επιβίωση. Με τα ελάχιστα μέσα που διέθετε στην αρχή της κρίσης το ελληνικό σύστημα υγείας είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μια μαζική εξάπλωση κρουσμάτων. Θα κατέρρεε εν μιά νυκτί και η κυβέρνηση μαζί του.

Σκεφτείτε ότι στην αφετηρία της φονικής επιδημίας τα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία διέθεταν λιγότερα από 450 κρεβάτια ΜΕΘ, πολύ μικρό αριθμό σύγχρονων αναπνευστήρων και μόλις μία φορητή κάψουλα αρνητικής πίεσης για τη μεταφορά ασθενών χωρίς κίνδυνο επιμόλυνσης του νοσηλευτικού προσωπικού.

Οι τραγικές αδυναμίες του εθνικού συστήματος υγείας, που γιγαντώθηκαν στα χρόνια του μνημονίου, καθώς ισοπεδώθηκε το κράτος πρόνοιας, ήταν γνωστές στον κάθε Ελληνα. Γι’ αυτό μπροστά στον φόβο ενός «κρασαρίσματος» που θα παρέπεμπε σε σενάριο τρόμου, όλοι, λιγότερο ή περισσότερο πρόθυμα, αποδέχτηκαν τη συνταγή των περιοριστικών μέτρων που επέβαλε ο Μητσοτάκης.

Εκ του αποτελέσματος κρινόμενοι, οι χειρισμοί σε πρώτη φάση -το τονίζω αυτό- αποδείχτηκαν σωστοί. Ποιος πιστώνεται, βέβαια, πρωτίστως τα εύσημα είναι μια άλλη υπόθεση. Μέσα από την περιπέτεια του κορωνοϊού αναδείχτηκαν πρόσωπα υψηλής αποδοχής, όπως ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, ο οποίος έκλεψε την παράσταση χάρη σε ένα ταπεινό αλλά και απόλυτα τεχνοκρατικό δημόσιο προφίλ. Αυτός είναι ο πρωταγωνιστής της επιτυχίας σε υγειονομικό επίπεδο και αυτόν υπερπροέβαλαν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης μέσα στην αγωνία τους να αποθεώσουν τη συνολικότερη εικόνα της κυβέρνησης.

Γι’ αυτό προτού στου Μαξίμου αρχίσουν να ανοίγουν σαμπάνιες, καλό θα ήταν πρώτα να παραγγείλουν μια δημοσκόπηση, σωστή και όχι σαν αυτές της κοπτοραπτικής, που προβάλλουν τα κανάλια, ρωτώντας σε ποιον αποδίδει ο κόσμος την ελληνική επιτυχία. Στον πρωθυπουργό και στην κυβέρνηση; Μήπως στο κλίμα και στη γεωγραφική θέση; Ή στον Σωτήρη Τσιόδρα και στην επιστημονική ομάδα του; Φοβάμαι πως η τρίτη επιλογή θα είναι μακράν η πιο δημοφιλής. Καιρό τώρα ψάχνει ο λαός έναν εθνικό ήρωα μακριά από τα μπαλκόνια της πολιτικής.

Ας μη χαίρεται, λοιπόν, η κυβέρνηση για τα εξωπραγματικά ποσοστά υπεροχής που της δίνουν οι «φωτογραφίες της στιγμής». Ο Τσιόδρας είναι και πιθανότατα θα παραμείνει λαοφιλής (αν δεν τον κάψουν από την υπερπροβολή τα μέσα), αλλά η πολιτική ηγεσία κρίνεται μέρα με τη μέρα. Εισέπραξε πόντους στην πρώιμη διαχείριση της κρίσης, όμως ακολουθούν τα δύσκολα, καθώς η αποκλιμάκωση των μέτρων μπορεί να αποδειχθεί πιο δύσκολη και από την εφαρμογή τους.

Ένα lockdown… φυσαρμόνικα είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί. Και, βέβαια, ο πραγματικός λογαριασμός θα γίνει όταν έρθει η ώρα να αποτιμηθεί η ζημιά στην οικονομία. Εκεί θα φανεί αν η πρώιμη επέμβαση έσωσε τον ασθενή ή απλώς του χάρισε μερικές μέρες ζωής μέχρι να τον στείλει οριστικά στα… θυμαράκια.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ