Υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας και συνοδεία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων οδηγήθηκε στην Ανακρίτρια Καλαμάτας ο 41χρονος που κατηγορείται για τη δολοφονία της 39χρονης Βασιλικής. Η μεταγωγή του πραγματοποιήθηκε λίγο μετά τις 10:30 το πρωί του Σαββάτου 6 Ιουνίου, ενώ το Δικαστικό Μέγαρο βρισκόταν ήδη στο επίκεντρο έντονης κινητοποίησης πολιτών.
Η παρουσία του κατηγορουμένου προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς έξω από τα δικαστήρια είχαν συγκεντρωθεί πολίτες και εκπρόσωποι συλλογικοτήτων, στον απόηχο της μεγάλης πορείας που είχε προηγηθεί στην πόλη το απόγευμα της Παρασκευή με αίτημα την απόδοση δικαιοσύνης και την ενίσχυση της προστασίας θυμάτων έμφυλης βίας.
Μαζική συγκέντρωση έξω από το Δικαστικό Μέγαρο
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, στον εξωτερικό χώρο των δικαστηρίων βρέθηκαν διαδηλωτές, οι οποίοι εξέφρασαν τη διαμαρτυρία τους για τη νέα υπόθεση γυναικοκτονίας. Με πανό και συνθήματα, ζήτησαν ουσιαστικά μέτρα πρόληψης και προστασίας, ενώ το κλίμα παρέμεινε ιδιαίτερα φορτισμένο.
Χθες χιλιάδες πολίτες είχαν συμμετάσχει σε πορεία στο κέντρο της Καλαμάτας, με κεντρικό σύνθημα «Καμία άλλη δολοφονημένη», τιμώντας τη μνήμη της 39χρονης μητέρας δύο παιδιών. Στην κινητοποίηση συμμετείχαν συλλογικότητες, σωματεία και φορείς της περιοχής, αναδεικνύοντας το ζήτημα της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας.
Στο επίκεντρο η απολογία και τα νέα στοιχεία της δικογραφίας
Ο 41χρονος αναμένεται να απολογηθεί ενώπιον της ανακρίτριας, με τη δικογραφία να έχει εμπλουτιστεί με νέα ευρήματα από την έρευνα των αρχών.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται σε ψηφιακά δεδομένα και απομαγνητοφωνήσεις ηχητικών αρχείων που φέρεται να προέρχονται από συσκευή καταγραφής που είχε εγκαταστήσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ίδιος έχει παραδεχθεί ότι κατέστρεψε τη συσκευή λίγο πριν από το έγκλημα.
Παράλληλα, οι αρχές έχουν εντοπίσει και κατασχέσει ψηφιακό υλικό από δεύτερη κατοικία, το οποίο εξετάζεται και έχει ενταχθεί στη δικογραφία. Σε εξέλιξη βρίσκονται και οι τοξικολογικές εξετάσεις, προκειμένου να διαπιστωθεί πιθανή χρήση φαρμακευτικών ουσιών από τον δράστη ή το θύμα.
Εκδοχές του κατηγορουμένου και εκτίμηση των αρχών
Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, έχει δώσει διαφορετικές εκδοχές για τα γεγονότα, κάνοντας λόγο αρχικά για επίθεση και στη συνέχεια για έντονο καβγά, επιχειρώντας να υποστηρίξει ότι ενήργησε «εν βρασμώ ψυχής».
Ωστόσο, τα έως τώρα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, σε συνδυασμό με μαρτυρίες και ψηφιακά ευρήματα, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι πρόκειται για προμελετημένη ενέργεια, κάτι που θα αξιολογηθεί στο σύνολό του από τη Δικαιοσύνη.
Μαρτυρίες για κακοποιητική συμπεριφορά από την θεία του θύματος
Στο φως έρχονται και μαρτυρίες συγγενικών προσώπων της 39χρονης, που κάνουν λόγο για χρόνια κακοποιητική συμπεριφορά μέσα στη σχέση. Η θεία της περιγράφει ένα περιβάλλον φόβου και απομόνωσης, αναφέροντας ότι η γυναίκα είχε αποκοπεί από το οικογενειακό της περιβάλλον και δεχόταν συστηματική ψυχολογική πίεση.
Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, υπήρχαν ενδείξεις ενδοοικογενειακής βίας και κατά το παρελθόν, ενώ γίνεται αναφορά και σε περιστατικά που είχαν επηρεάσει σοβαρά την εγκυμοσύνη της.
Η θεία της 39χρονης μίλησε στην εκπομπή του Mega «Χαμογέλα και Πάλι» το πρωί του Σαββάτου.
«Ξέρω ότι τη ζήλευε πολύ αυτός. Μου το ‘χε πει κι η μαμά της που κουβεντιάζαμε καμιά φορά, μου το ‘χε πει και η αδερφή της. Εν τω μεταξύ βγαίνει ο πατέρας του, και λέει τις βλακείες του. Μέχρι το νοίκι του πληρώνανε, και πήγαινε η συννυφάδα μου το φαΐ στην κατσαρόλα να φάει αυτός, και το παιδί της το χτύπαγε. Το καθίκι. Και μετά βγαίνει ο ίδιος ο πατέρας, “δεν το ‘ξερα’ λέει, “¨δεν το ΄ξερα”. Τι δεν ήξερες ρε ηλίθιε; Δεν τα ΄βλεπες τόσα χρόνια που χτύπαγε το παιδί;
Είχαμε χαθεί. Όταν έφυγε από το σπίτι, όταν πέθαναν οι γονείς της και έφυγε από το σπίτι και η Βασιλική, χαθήκαμε μετά. Δεν έβγαινε και το κοριτσάκι καθόλου έξω για να μπορέσω να το συναντήσω κάπου. Δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Την είχε αποκόψει από όλους. Γιατί αν ερχότανε σε μένα και τα έλεγε, εγώ θα την βοηθούσα. Ντρεπότανε να έρθει να μου πει και επειδή τον ήξερε ότι αγριεύω με το παραμικρό, δεν έλεγε τίποτα.
«Την είχε δει η μάνα της χτυπημένη. Τη χτύπαγε στην κοιλιά, κι η Βασιλική έχει χάσει δυο παιδιά. την χτύπαγε στην κοιλιά και έχανε τα παιδιά. Έγκυος που ήτανε σε αγόρια, τη χτύπαγε κι έχασε τα παιδιά. Είχε μείνει έγκυος πάλι δυο φορές, και τα ‘χε χάσει. Και μου το ‘λεγε η μάνα της, έλεγα “πώς πάει η Βασούλα;”, “το ‘χασε” μου λέει “το παιδί”. Και το άλλο, δύο».
Αναφερόμενη στην οικογένεια του δράστη:
«Τι να πει τώρα; Ότι ο γιος του τη σκότωσε; Τι να πούνε γι’ αυτό; Εδώ αυτοί δεν πήγανε ούτε στην κηδεία. Έψαχνα… ανάμεσα στον κόσμο. Έτσι και τους έβρισκα μέσα στον κόσμο, θα μας είχανε γράψει οι εφημερίδες. Θα τους πέταγα με κλωτσιές έξω. Και άκουσα… που λέγε, ‘θα πληρώσουμε εμείς την κηδεία’. Τι να πληρώσεις ρε ηλίθιε την κηδεία; Να πληρώσεις! Τη σκότωσε το παιδί σου. Κοίτα να βοηθήσεις τα εγγόνια σου τώρα που θα πάνε σε ιδρύματα».
«Η μεγάλη άκουγε φωνές»
«Το κοριτσάκι το μεγάλο έλεγε στο σχολείο στα παιδιά ότι “δεν μπορώ να ακούω τις φωνές τους, ότι ο μπαμπάς μου βαράει τη μαμά μου”. Τα έλεγε το παιδί, μου το ‘πανε μανάδες, που πηγαίναν τα παιδιά στο σχολείο μαζί. Έλεγε να τα πάρει η Ν. Τώρα δεν ξέρω αν θα της τα δώσουνε. Εκείνη τα λατρεύει. Τα έχει βαφτίσει και τα δύο. Τα αγαπάει, θα προσπαθήσει να τα πάρει» είπε η θεία της 39χρονης.
«Έμαθα ότι το παιδί το μεγάλο το ‘πε, ότι η μαμά πέθανε. Δεν ξέρει όμως πώς πέθανε. Έμαθε το παιδί ότι η μαμά του πέθανε, αλλά δεν τους έχουνε πει με ποιον τρόπο πέθανε. Εγώ λέω ότι τα καταλάβανε τα παιδιά γιατί ήτανε μέσα. Αφού φωνάζανε, ακούγανε δίπλα φωνές. Μία κυρία στην κηδεία έλεγε “άκουγα τις φωνές, άκουγα το ξύλο, τη βοήθεια”. Και της είπα: “Και δεν παίρνεις εσύ ένα τηλέφωνο την αστυνομία;”. και μου απάντησε “Α για να μπλέξουμε;” “Να μπλέξεις” της λέω. Άφησες δυο παιδιά ορφανά. Εάν η Βασιλική ερχόταν σε μένα, εγώ θα τη βοηθούσα. Και δουλειά θα της έβρισκα και τα παιδιά θα βοήθαγα να πηγαίνουν σχολείο, κι όλα. Δεν ήρθε να με ζητήσει. Γι’ αυτό κλαίω. Γιατί μπορούσα να τη βοηθήσω» εξήγησε η θεία της δολοφονημένης γυναίκας.
Για την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που αναμένεται να ζητήσει ο καθ’ ομολογίαν δράστης είπε: «Να τον βγάλουν ψυχοπαθή για να γλιτώσει; Ας πάει, αν νομίζει ο δικηγόρος ότι πρέπει να το κάνει αυτό».







