Παρασκευή 25/6/2021

Σιωπή των δημοσκόπων για τις αστοχίες τους – Το πρόβλημα μεροληψίας με τα δείγματα

Η απάντηση του ΣΕΔΕΑ που δεν αποδέχεται τις αποτυχίες

To Pew Research Center, που εδρεύει στην Ουάσινγκτον, αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ερευνητικούς οργανισμούς στον κόσμο, που πραγματοποιεί και δημοσκοπήσεις.

  • Από τη Μαρία Παναγιώτου – Συνεργασία: Εμμανουέλα Τσουδερού

Έρευνα, μέρος 2ο
Διαβάστε το 1ο μέρος: Τα σκοτεινά μυστικά των εταιριών δημοσκόπησης στην Ελλάδα!

Μετά την αποτυχία του, όπως και των υπόλοιπων εταιριών δημοσκοπήσεων στις ΗΠΑ, να προβλέψουν τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών του 2016 όσο και τη διαφορά Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων το 2020, άρχισε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού μία μεγάλη συζήτηση για τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την αποτυχία, με παράλληλες έρευνες τόσο από τις εταιρίες όσο και από την Αμερικανική Ένωση Ερευνών της κοινής γνώμης (AAPOR) προκειμένου να βρεθούν τα αίτια.

Οι ίδιες οι εταιρίες, και φυσικά το Pew Research Center, εστίασαν στη μεθοδολογία τους, παραδέχτηκαν πως υπάρχει πρόβλημα και προσπάθησαν να το εντοπίσουν, παρότι θα μπορούσαν να αποδώσουν την αστοχία τους στην πόλωση που επικράτησε στην αμερικανική κοινωνία, ιδίως πριν από τις τελευταίες εκλογές. Παραδέχτηκαν, για παράδειγμα, πως το δείγμα τους δεν ήταν αντιπροσωπευτικό, γι’ αυτό και δεν κατάφεραν να προβλέψουν ούτε τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, το 2016, αλλά ούτε και την οριακή διαφορά Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων, που σημειώθηκε το 2020.

Στην Ελλάδα, πάλι, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Μία από τις πιο… θριαμβευτικές αποτυχίες των ελληνικών εταιριών δημοσκοπήσεων σημειώθηκε στη χώρα μας το καλοκαίρι του 2015, πριν από το ιστορικό πλέον δημοψήφισμα. Λίγο πριν από τις κάλπες οι περισσότερες εταιρίες προέβλεπαν είτε ντέρμπι μεταξύ του «Ναι» και του «Όχι», που θα κρινόταν την τελευταία στιγμή, είτε οριακό προβάδισμα του «Ναι».

Μετά το συντριπτικό 61,31% υπέρ του «Όχι» οι ελληνικές εταιρίες δεν αναζήτησαν τα αίτια στη μεθοδολογία τους, αλλά στους πολίτες. Σε εκτενή αφιερώματα που πραγματοποιήθηκαν το αμέσως επόμενο διάστημα κάποιοι από τους εκπροσώπους των δημοσκοπικών εταιριών στην καλύτερη περίπτωση απέδωσαν την αποτυχία τους στην πόλωση, ενώ άλλοι έφτασαν να δηλώσουν ακόμη και ότι χρειάζεται αναθεώρηση της κοινωνίας και όχι της μεθοδολογίας (!). Εννοούσαν, άραγε, πως η κοινωνία πρέπει να αλλάξει για να συμφωνεί με τα αποτελέσματά τους; Κανείς δεν γνωρίζει.

Προσπαθώντας να προσεγγίσει αυτό και άλλα προβλήματα των εταιριών, η «δημοκρατία» έστειλε μία σειρά ερωτήσεων στον Σύλλογο Εταιριών Δημοσκόπησης και Έρευνας Αγοράς (ΣΕΔΕΑ), μεταξύ των οποίων και η εξής: «Πού αποδίδετε τις αστοχίες πολλών δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ιδίως σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις, όπως το 2015 πριν από το δημοψήφισμα και τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, αλλά ακόμη και το 2019, όταν η διαφορά μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ παρουσιαζόταν στις 15 μονάδες ενώ τελικά ήταν 8;»

Από την αρχή της απάντησης ο ΣΕΔΕΑ διευκρίνισε πως «δεν αποδέχεται τη θέση αυτή», δηλαδή πως οι εταιρίες είχαν αστοχίες. Στη συνέχεια της απάντησης υποστήριξε:

Σε σχέση με την περίοδο μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 (γενικά) ότι «η ελληνική κοινωνία μπήκε σε μια έντονη κοινωνικοπολιτική ρευστότητα με πρωτόγνωρα φαινόμενα (όπως τα capital controls) και με κίνδυνο η χώρα να βρεθεί εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τα ίδια αυτά φαινόμενα έντονης κοινωνικής και πολιτικής ρευστότητας δεν υπήρχαν μόνο στην Ελλάδα, αλλά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε ολόκληρο τον κόσμο, όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, εξ ου και οι δυσκολίες των δημοσκοπήσεων παγκοσμίως». Και πως «το φαινόμενο αυτό μελετήθηκε από τον ΣΕΔΕΑ και η σχετική μελέτη υπεβλήθη στον αρμόδιο, τότε, υπουργό. Δυστυχώς δεν έλαβε τη δέουσα δημοσιότητα, με αποτέλεσμα να υφίσταται ακόμα και σήμερα η σκιά της ‘“αστοχίας” στον κλάδο, κάτι που τα ΜΜΕ διέδωσαν και η τότε κυβέρνηση υποστήριξε».

Σε σχέση με τις εκλογές του 2019: «Τα αποτελέσματα τόσο των προεκλογικών ερευνών όσο και του exit poll ήταν από τα πλέον επιτυχημένα. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί περί αποτυχίας ουδόλως έχουν σχέση με την πραγματικότητα».

Παράλληλα, ο ΣΕΔΕΑ επέλεξε να αναφερθεί στις απαντήσεις του στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης λέγοντας ότι «αναγνώρισε -έστω και όψιμα- τη λανθασμένη προσέγγιση που είχε στο θέμα αυτό».

Σε σχέση με την αστοχία των εταιριών ειδικά στο δημοψήφισμα και την πιθανότητα αυτή να οφείλεται στη μεθοδολογία τους, ο ΣΕΔΕΑ επέλεξε να μην απαντήσει, γεγονός που έφερε αναπόφευκτα στη μνήμη μας τους διάσημους στίχους του Νίκου Γκάτσου: «Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα, μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα».

Το πρόβλημα μεθοδολογίας και πού εντοπίζεται

Στις απαντήσεις που μας έδωσε ο ΣΕΔΕΑ ανέφερε πολύ σωστά πως προβλήματα λόγω κοινωνικής ρευστότητας αντιμετώπισαν όλες οι εταιρίες δημοσκοπήσεων παγκοσμίως. Όμως αυτός ακριβώς ήταν ένας λόγος για τις εταιρίες διεθνούς κύρους να μελετήσουν για να αναθεωρήσουν τη μεθοδολογία τους. Και όχι ένας λόγος για να διαπιστώσουν πως η μεθοδολογία τους είναι άψογη και ακριβής.

Αναζητήσαμε, λοιπόν, πληροφορίες για το μεθοδολογικό πρόβλημα σε έρευνες του εξωτερικού, οι οποίες επισημαίνουν πως έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι τα στατιστικά και τα μαθηματικά προβλήματα δεν είναι εύκολο να απλουστευτούν σε μία τυχαία συστηματική δειγματοληψία όπου το δείγμα πρέπει να προκύπτει αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού. Σε ένα δείγμα, για παράδειγμα, 1.000 ατόμων οι μέγιστες αποκλίσεις πρέπει να είναι της τάξεως του 3%. 

Για να το απλοποιήσουμε και να το μεταφέρουμε στην ελληνική πραγματικότητα, αυτό σημαίνει ότι: οι άνδρες ενός δείγματος πρέπει να αποτελούν το 47%-53% του δείγματος αυτού ή οι ψηφοφόροι της Ν.Δ. να αποτελούν το 36%-42% του δείγματος και του ΣΥΡΙΖΑ το 28%-34% του δείγματος. Δυστυχώς, όμως, αυτό, καθώς φαίνεται, δεν συμβαίνει εδώ και κάποια χρόνια.

Επομένως, σύμφωνα με την επιστήμη της στατιστικής, υπάρχει πρόβλημα μεροληψίας (όχι του δημοσκόπου, αλλά του δείγματος). Το γεγονός αποδίδεται σε μία σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων και η ραγδαία αλλαγή της διείσδυσης των σταθερών τηλεφώνων στα νοικοκυριά των προηγμένων χωρών.

Από 95%-98% που ήταν αυτή η διείσδυση στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σήμερα έχουμε φτάσει στο σημείο το ποσοστό αυτό να κινείται στο 70%-75%. Γι’ αυτό και οι εταιρίες διεθνούς κύρους έχουν συμπεριλάβει πλέον στη μεθοδολογία τους και άλλες μεθόδους προσέγγισης, πέραν της τηλεφωνικής. Γιατί ένας ακόμη πιο σοβαρός παράγοντας μεροληψίας είναι ποιος βρίσκεται στο νοικοκυριό και ποιος απαντά στο τηλέφωνο την ώρα που τηλεφωνεί ο δημοσκόπος. Αλλά γι’ αυτά κι άλλα προβλήματα μεροληψίας θα μιλήσουμε και στη συνέχεια.

Μάθετε πρώτοι τι συμβαίνει στην Ελλάδα και τον κόσμο στο Google News του newsbreak. Ακολουθήστε το newsbreak σε Instagram, Facebook, Viber και Twitter.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ