Η είδηση της σύλληψης του διάσημου Έλληνα γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη για διακίνηση πλαστών έργων τέχνης προκάλεσε «σεισμό» στον καλλιτεχνικό αλλά και στον επιχειρηματικό κόσμο. Από το 1989 η Galerie Tsangarakis στο Κολωνάκι υπήρξε γνωστός προορισμός για την αγορά έργων τέχνης και πλήθος φιλότεχνων και Ελλήνων επιχειρηματιών έχουν προμηθευτεί από εκεί έργα υψηλής αξίας.
Η υπόθεση που μονοπώλησε το ενδιαφέρον της επικαιρότητας τις τελευταίες ημέρες, έφερε στο φως σκιώδεις πρακτικές σε μια αγορά που ουσιαστικά κινείται σε νεφελώδες πλαίσιο. Όσο σημαντική και αν είναι η είδηση της σύλληψης του γνωστού γκαλερίστα, πρόκειται απλώς και μόνο για την κορυφή ενός βαθύτερου προβλήματος. Ενός προβλήματος που παραμένει στο σκοτάδι παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη αγορά έχει κύκλο εργασιών πολλά εκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Και ενώ ο χορός των εκατομμυρίων συνεχίζεται, στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανένας κεντρικός πιστοποιημένος και ανεξάρτητος οργανισμός που μπορεί να εγγυηθεί την αυθεντικότητα ενός έργου τέχνης.
Στην κατοχή του Δημήτρη Τσαγκαράκη, βρέθηκαν από την Υποδιεύθυνση Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Πολιτιστικής Κληρονομιάς δεκάδες έργα που αποδίδονταν σε κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους μεταξύ των οποίων ο Δημήτρης Μυταράς, ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Αλέκος Φασιανός.

Πλαστά πιστοποιητικά γνησιότητας, υπογραφές που είχαν παραποιηθεί και ένα ολόκληρο δίκτυο διακίνησης η αξία του οποίου φέρεται να ξεπερνά τα 3 εκατομμύρια ευρώ. Από πλευράς του ο γκαλερίστας αρνείται τις κατηγορίες, υποστηρίζει ότι τα έργα είναι αυθεντικά και ότι ο ίδιος έχει στοχοποιηθεί σκόπιμα.

Το κενό «μαμούθ» στην πιστοποιήση
Το σημαντικότερο ωστόσο συμπέρασμα από την ίδια την ύπαρξη της δικογραφίας είναι ένα. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τόσο μεγάλο κενό και να διακινούνται έργα τέτοιας αξίας χωρίς να υπάρχει κανένας μηχανισμός «επαλήθευσης» της γνησιότητάς τους;
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσουμε το θεσμικό πλαίσιο για την πιστοποιήση γνησιότητας των έργων τέχνης στην Ελλάδα, τότε ίσως η κατάλληλη λέξη είναι «χάος». Ουσιαστικά, η μοναδική «πιστοποιήση» που λαμβάνει κάποιος ο οποίος θέλει να αγοράσει κάποιο έργο, δίνεται από τον ίδιο τον γκαλερίστα που το εμπορεύεται. Δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη αρχή που να μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η υπογραφή ανήκει στον ίδιο τον δημιουργό. Όλη η αγορά βασίζεται στην εμπιστοσύνη και ουσιαστικά σε ένα σύστημα αυτοαναφορικό.
Για τις περιπτώσεις των καλλιτεχνών που δεν βρίσκονται πια στη ζωή, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Συνήθως, ιδρύματα ή συγγενείς των θανότων δημιουργών παρέχουν την πιστοποιήση της γνησιότητας. Ούτε εκεί όμως υπάρχει κάποιος κεντρικός έλεγχος. Θα μπορούσε κάλλιστα να εκδοθεί ένα πιστοποιητικό το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική γνησιότητα του έργου, χωρίς κανένας να μπορεί να το εξακριβώσει. Σε ποια άλλη αγορά άραγε με αντικείμενα τέτοιας αξίας, θα γίνονταν ανεκτές τέτοιες πρακτικές;
Το ότι η αγορά τέχνης έχει συχνά επισημανθεί ως ένας χώρος που αποτελεί πρόσφορο έδαφος για σκοτεινές και παράνομες δραστηριότες -μεταξύ των οποίων το ξέπλυμα μαύρου χρήματος- δεν αποτελεί μυστικό.
Τι συμβαίνει σε διεθνές επίπεδο
Σε διεθνές επίπεδο παρατηρούνται δυσκολίες στην αποτίμηση και τους μηχανισμούς ελέγχου. Ας δούμε όμως τι ισχύει σε άλλες στο εξωτερικό και πού υστερεί η Ελλάδα.

Στη Γαλλία υπάρχει το περίφημο Διάταγμα Marcus από το 1981, το οποίο ορίζει με νομική ακρίβεια τις διατυπώσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ένα πιστοποιητικό γνησιότητας (όνομα καλλιτέχνη, τίτλος, τεχνική, διαστάσεις, αριθμός έκδοσης για περιορισμένες σειρές κ.λπ.) Επιπλέον, ο χαρακτηρισμός από το «έργο του» τάδε καλλιτέχνη, έως το «αποδίδεται σε» (το οποίο δηλώνει αμφιβολία), μέχρι και το «Σχολή του» που υποδηλώνει ότι δημιουργός του έργου είναι μαθητής του συγκεκριμένου καλλιτέχνη. Σύμφωνα με το διάταγμα προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για όσους παραπλανούν τους αγοραστές, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο πιο ελεγχόμενη την αγορά τέχνης στη Γαλλία.
Στην Ιταλία, η Federazione Italiana Mercanti d’Arte (FIMA) στην οποία υπόκεινται περισσότεροι από 1.200 έμποροι, δεσμεύεται να παρέχει πιστοποιητικό γνησιότητας και αποδεδειγμένης προέλευσης σε κάθε πώληση. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα παράδειγμα θεσμικής αυτορρύθμισης που προσφέρει δεσμευτική ισχύ.

Σε μεγάλους διεθνείς οίκους δημοπρασιών όπως οι Christie’s και Sotheby’s, υπάρχουν ομάδες ειδικών που ερευνούν την ιστορία των έργων προτού γίνουν αποδεκτά για δημοπράτηση. Σε πολλές γκαλερί χρησιμοποιείται δυναμικά και η τεχνολογία. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναλύσει πλήρως την υφή, τις πινελιές και άλλα στοιχεία προκειμένου να εντοπίσει πλαστά έργα. Παράλληλα, υπάρχουν πλατφόρμες blockchain που δημιουργούν ψηφιακά αποτυπώματα, ενώ με κωδικούς QR μπορούν να επαληθευτούν σε πραγματικό χρόνο τα πιστοποιητικά.

«Βλέπουμε το δέντρο και όχι το δάσος» – Απαραίτητη η αυστηροποιίηση ενός θεσμικού πλαισίου
Δυστυχώς στην Ελλάδα, δεν υπάρχει τίποτα από τα προαναφερθέντα και η πιστοποιήση παραμένει υπόθεση του ίδιου του εμπόρου. Ανύπαρκτοι έλεγχοι, ενώσεις εμπόρων που δεν έχουν καμία δεσμευτική ισχύ και κανένα βήμα προς την τεχνολογική μετάβαση.
Με άλλα λόγια, ενώ το διεθνές περιβάλλον κινείται προς την διαφάνεια και την θεσμική προστασία, στη χώρα μας η αγορά της τέχνης παραμένει απροστάτευτη και εγκλωβισμένη σε ένα πλαίσιο ασυδοσίας. Η υπόθεση της σύλληψης του γκαλερίστα Τσαγκαράκη λοιπόν, αποτελεί το «δέντρο», ενώ πίσω της απλώνεται ολόκληρο «δάσος». Φιλότεχνοι επενδύουν σημαντικά ποσά – πολλές φορές και ολόκληρες περιουσίες- για έργα τέχνης, τα οποία μετά από χρόνια μπορεί να ανακαλύψουν ότι είναι απομιμήσεις. Και δεν υπάρχει καμία κρατική αρχή στην οποία μπορεί να απευθυνθεί για να διαπιστώσει την αλήθεια.
Στην Ελλάδα, μια χώρα που έχει τεράστια καλλιτεχνική κληρονομιά και η αγορά της σύγχρονης τέχνης εξακολουθεί να κινείται δυναμικά, η αυστηροποιίηση ενός θεσμικού πλαισίου είναι άμεσα αναγκαία.
Δείτε επίσης:
- Γκαλερί Τσαγκαράκη: Κατασχέθηκαν περισσότερα από 400 έργα τέχνης – Τι υποστηρίζει η εταιρεία
- Κακουργηματική δίωξη για τον γνωστό γκαλερίστα Γιώργο Τσαγκαράκ
- Από καταγγελία σε δίωξη: Πώς η ΕΛΑΣ έφτασε στον Γιώργο Τσαγκαράκη

