Κυριακή, 11 Απρίλιος 2021

Όμηροι ένοχων μυστικών και σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης με την κοινωνία

Η διαχείριση της υπόθεσης Λιγνάδη προκαλεί σοβαρά ερωτήματα εντός της κυβέρνησης και της «γαλάζιας» παράταξης

Σε επιλογές που προκαλούν προβληματισμό και ερωτήματα σε όλα πλέον τα μέτωπα δείχνει να επιμένει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, έστω και εάν ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας -ειδικότερα δε αυτά που ψήφισαν και στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία– αντιδρούν και εξεγείρονται. 

  • Του Ανδρέα Καψαμπέλη 

Από το θέμα της πανδημίας έως το Μεταναστευτικό και τα ελληνοτουρκικά, από τις συνεχείς μεταγραφές στελεχών του ΠΑΣΟΚ, και δη του «σημιτικού» σκέλους του, έως τη ροπή στον «δικαιωματισμό» και τους τελευταίους χειρισμούς στην υπόθεση Λιγνάδη, οι αποφάσεις του κ. Μητσοτάκη χαρακτηρίζονται από έναν ευδιάκριτο πλέον πολιτικό αυτισμό. Ύστερα, μάλιστα, από τα κοινωνικά, πολιτικά και εθνικά ζητήματα, ήρθαν τώρα και τα ηθικά, για να ενισχύσουν τις απορίες αλλά και τις αγωνίες -εντός των τειχών της «γαλάζιας» παράταξης- για την πορεία των πραγμάτων.

Η στοχοπροσήλωση ήταν για τον κ. Μητσοτάκη ανέκαθεν -προτού ακόμη ηγηθεί της Ν.Δ. και γίνει πρωθυπουργός- ένα βασικό χαρακτηριστικό του. Αυτό τον βοήθησε, άλλωστε, να έχει έως το 2019 νικηφόρες μάχες. Ταυτόχρονα όμως έδειχνε ότι μπορούσε να αφουγκράζεται και τα κοινωνικά μηνύματα, σε συνδυασμό με τις επικοινωνιακές προτεραιότητές του. Η εικόνα αυτή έχει προ πολλού αλλάξει και ο πρωθυπουργός εμφανίζεται να διακατέχεται από μια εμμονική τακτική σε όλους τους κρίσιμους τομείς, ακόμη και αν πηγαίνει εντελώς αντίθετα προς την κοινωνία.

Δεν θεωρείται από πολλούς άσχετο και το γεγονός ότι σταδιακά άλλαξε το επιτελείο του, παραγκώνισε και παραμέρισε παλαιούς συνεργάτες του και περιστοιχίζεται από ανθρώπους οι οποίοι λειτουργούν πρωτίστως ως «βασιλικότεροι του βασιλέως». 

Η δικαιολογία ότι στις δημοσκοπήσεις η Ν.Δ. εξακολουθεί να έχει σημαντικό προβάδισμα από τον ΣΥΡΙΖΑ έχει πάψει να αντιμετωπίζεται σοβαρά και εντός του κυβερνητικού χώρου. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την κλονισμένη αξιοπιστία των μετρήσεων αλλά και με τα ίδια τα ποιοτικά στοιχεία τους, που κάθε άλλο παρά προοιωνίζονται θετική συνέχεια. Όλες οι καμπύλες ικανοποίησης της κοινής γνώμης σημειώνουν μεγάλη και διαρκή υποχώρηση, την ίδια ώρα, μάλιστα, που το εκλογικό χώμα έχει μετατραπεί πάλι σε «χυλό» και -παρά τη φαινομενική στασιμότητα- οι ανακατατάξεις αναμένονται τεκτονικές.

Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι οι βουλευτές και τα στελέχη της Ν.Δ. γίνονται καθημερινά δέκτες είτε της παγωμάρας είτε της δυσαρέσκειας και της οργής που φουντώνει στη βάση τους. Αυτό είναι από μόνο του αρκετό για να ακυρώνει τους επίσημους εφησυχασμούς της κυβερνητικής ηγεσίας και να καταδεικνύει την απόσταση που υπάρχει από την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία γίνεται ολοένα και πιο δυσάρεστη, αλλά δίχως να υπάρχει κανείς στο Μέγαρο Μαξίμου που να θέλει να την αντιληφθεί και να πάρει το ρίσκο να τη θέσει επί τάπητος.

Σε αρκετούς η κατάσταση θυμίζει την περίοδο της διακυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου, που είχε και αυτός μετά το 2010 ανάλογες εμμονές, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα στη συνέχεια. Αυτή η σύγκριση ενισχύει και την εικόνα της «μετάλλαξης» που δείχνει να έχει υποστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αν δεν θεωρηθεί ότι αυτές ήταν ανέκαθεν οι βαθύτερες αντιλήψεις του.

Ο,τι κι αν ισχύει, είναι εμφανές ότι ο κ. Μητσοτάκης επιβάλλει μια πολιτική και στηρίζεται σε επιτελείς που, εκτός από τις «σημιτικές παρακαταθήκες», έχουν έντονο το άρωμα της «εποχής ΓΑΠ», όπως σχολιάζουν χαμηλοφώνως και βουλευτές της Ν.Δ. που έχουν ζήσει το τότε και το τώρα. Οι ομοιότητες είναι πασιφανείς, ειδικά στα εθνικά και τα μεταναστευτικά θέματα, ενώ και στην οικονομία ξυπνούν αυτό το διάστημα οδυνηρές μνημονιακές μνήμες, καθώς η «επόμενη μέρα» της πανδημίας φαίνεται ότι επιφυλάσσει στη χώρα δυσάρεστες εκπλήξεις ανάλογου τύπου. Ήδη οι αρμόδιοι υπουργοί του οικονομικού επιτελείου έχουν αναλάβει να προετοιμάζουν το έδαφος. 

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Μητσοτάκης φαίνεται ότι έχει διαμορφώσει και εξαρτήσεις από τις οποίες δεν μπορεί να ξεφύγει και να απεμπλακεί. Έχοντας θέσει στο περιθώριο παραδοσιακές δυνάμεις και στελέχη της Κεντροδεξιάς, γίνεται, πολιτικά τουλάχιστον, όμηρος των επιλογών που έχει κάνει ο ίδιος. Το επιτελείο του στο Μέγαρο Μαξίμου κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από πρόσωπα που «έρχονται» από το ΠΑΣΟΚ (από τον Γ. Γεραπετρίτη έως τον Α. Σκέρτσο) και το υποκατάστατο του «σημιτικού εκσυγχρονισμού», δηλ. το Ποτάμι, ενώ ανάλογες είναι οι τάσεις τόσο στο υπουργικό συμβούλιο όσο και στον κρατικό μηχανισμό.

Ακόμη και οι τοποθετήσεις υφυπουργών ή συμβούλων, όπως οι κ. Γιατρομανωλάκης και Πατέλης, που διαλαλούν δημοσίως την ομοφυλοφιλία τους ως «χαρακτηριστικό» τους, εντάσσονται εκ των πραγμάτων σε μια άλλη κατεύθυνση, με χαρακτηριστικά που εκφράζουν περισσότερο τον λεγόμενο «δικαιωματισμό» και λιγότερο τις αντιλήψεις και τις αρχές της Κεντροδεξιάς στη χώρα μας. Σύμφωνα με πληροφορίες, μάλιστα, ο κ. Μητσοτάκης ετοιμαζόταν να ενισχύσει αυτό τον καιρό το επιτελείο του και με άλλα πρόσωπα «εκσυγχρονιστικών» καταβολών. Μένει να φανεί εάν οι τελευταίες εξελίξεις θα βάλουν κάποιο φρένο.

Η κάλυψη στη Μενδώνη και η εμμονή στον εκσυγχρονισμό

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πάντως, ο κ. Μητσοτάκης βρέθηκε όμηρος και της επιλογής του να τοποθετήσει τη Λίνα Μενδώνη στο υπουργείο Πολιτισμού, η οποία ξεκίνησε ως γενική γραμματέας επί Κώστα Σημίτη το 1999, διατηρώντας τη θέση αυτή σχεδόν όλο το υπόλοιπο διάστημα έως το 2015, με εξαίρεση την περίοδο 2004-2009.

Εκτός των άλλων παραμέτρων που έχει η υπόθεση Λιγνάδη, σε ένα κολοσσιαίο και πρωτοφανές ηθικό θέμα -που σχετίζεται, μάλιστα, με ανηλίκους-, ο πρωθυπουργός φάνηκε να μην μπορεί να απομακρύνει μια «εκ μεταγραφής» υπουργό, η οποία, μη έχοντας, άλλωστε, εκλεγεί βουλευτής, είναι και δοτή.

Η κυβέρνηση συνολικά αποδείχθηκε ανεπανόρθωτα εκτεθειμένη, με αντιφάσεις, αστείες δικαιολογίες και υπόλογη ενώπιον της κοινής γνώμης για σειρά κορυφαίων ερωτημάτων, που αγγίζουν τις πιο λεπτές ευαίσθητες χορδές κάθε κανονικού ανθρώπου.

Ακόμη και σήμερα, που ο Δ. Λιγνάδης έχει προφυλακιστεί, δεν έχουν δοθεί σαφείς και πειστικές απαντήσεις για το ποιος και γιατί τον επέβαλε ως διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Κι αυτό ενισχύει τις υποψίες ότι υπάρχουν ένοχα μυστικά γύρω από την υπόθεση η οποία επιχειρήθηκε να κλείσει από πολιτικής πλευράς, παρά τους υψηλούς τόνους, με τη συζήτηση της περασμένης Πέμπτης στη Βουλή.

Υπό άλλες συνθήκες και σε άλλες εποχές ένα τέτοιο θέμα θα προκαλούσε πραγματικό σεισμό και οι παραιτήσεις υπουργών θα ήταν το λιγότερο που θα συνέβαινε. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο κ. Μητσοτάκης κάλυψε την κυρία Μενδώνη όχι μόνο για να μη διακινδυνεύσει αποκαλύψεις σχετικά με τον διορισμό Λιγνάδη που θα έφερναν και τον ίδιο σε ακόμη πιο δύσκολη θέση, αλλά και για να μην αχρηστεύσει την τακτική εδραίωσής του στον κεντρώο -και δη «εκσυγχρονιστικό»- χώρο, που αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πολιτική εμμονή του, αφού πιστεύει ότι εκεί θα κριθούν μεσοπρόθεσμα οι εξελίξεις…

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ