Δευτέρα 14/6/2021

Συνέντευξη Αθηνάς Κακούρη: «Αντί να μας ενοχλεί η τωρινή δικτατορία των κουκουλοφόρων, μας ενοχλεί εκείνη του Μεταξά πριν από ογδόντα χρόνια!»

Η Αθηνα Κακούρη είναι μια από τις σημαντικότερες μορφές της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Έχει αποκληθεί -δικαιότατα- «η Ελληνίδα Αγκάθα Κρίστι».
Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με τη μελέτη της Ιστορίας για τον 19ο και τον -αχάριστο και πικρό για την πατρίδα μας- 20ό αιώνα.

Η συνομιλία μαζί της είναι μια εμπειρία που έχει πρώτο βαθμό συγγένειας με την ανάγνωση των βιβλίων της. Μιλάει όπως γράφει: με άψογα ελληνικά, ευγενικά, χαριτωμένα, κομψά, με αυτοσαρκασμό και σύνεση.

του Παναγιώτη Λιάκου

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, αποκαλύπτει πτυχές του εαυτού της και τοποθετείται για ένα σωρό ζητήματα, πρόσωπα και γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της πατρίδας: την αστική τάξη που… εξαφανίστηκε, το 1922, τον διχασμό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο Α’, τον Ιωάννη Μεταξά και το Έπος του ’40, αλλά και για το μονοτονικό σύστημα γραφής και τη «δικτατορία των κουκουλοφόρων».

Επιπλέον, δίνει συμβουλές προς τους νέους συγγραφείς και προτείνει μέθοδο αύξησης του αναγνωστικού κοινού στην Ελλάδα. Η πρωταθλήτρια της συγγραφής Αθηνά Κακούρη έχει πολλά και σημαντικά να πει. Καλό είναι να την ακούσουμε.

αθηνα κακουρη

  • Πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στους αναγνώστες μας;

Είμαι Επτανησία, Κεφαλονίτισσα, που έχω μεγαλώσει σε μία αστική πόλη (σ.σ.: στην Πάτρα), όπου τότε ήταν ζωντανός ο αστικός κόσμος. Πρόφτασα, δηλαδή, να τον δω αυτόν τον κόσμο να λειτουργεί – με τα καλά και τα κακά του. Αυτό νομίζω είναι εξαιρετικά χρήσιμο, γιατί μπορώ να προσεγγίσω ένα παρελθόν που έχει εξαφανιστεί τελείως, όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά και από ολόκληρη την Ευρώπη.

  • Τι έχει εξαφανιστεί ακριβώς;

Έχει εξαφανιστεί, νομίζω, ο αστικός τρόπος ζωής, που έχει πάρα πολύ κακολογηθεί από ανθρώπους που δεν τον ήξεραν και έχει ξεχαστεί η αρμονία που υπήρχε, οι ισορροπίες (που δεν λέω ότι ήταν όλες ιδεώδεις) ανάμεσα σε πολλές ανθρώπινες καταστάσεις.

  • Έχουμε σήμερα αστική τάξη στην Ελλάδα;

Δεν νομίζω. Αλλά αυτού του είδους η αστική τάξη έχει εξαφανιστεί παντού αλλού. Δεν υπάρχει πλέον. Κοιτάξτε, σε πολλά πράγματα έχει υπεισέλθει το κράτος. Την εποχή που μεγάλωνα εγώ, οι αστοί, που ήταν πιο εύποροι, είχαν τη συναίσθηση ότι οφείλουν κάτι στους λιγότερο εύπορους. Κατόπιν αυτού, επάνδρωναν τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, τα οποία ήταν δημοτικά. Έβγαζαν από την τσέπη τους, σε διάφορες εκδηλώσεις, για να μαζέψουν τα χρήματα που χρειάζονταν, έδιναν και πολύ προσωπικό χρόνο, για να διοικήσουν δημοτικά αδελφάτα, σωματεία, συλλόγους. Αυτή ήταν η ατμόσφαιρα: ότι οφείλεις κάτι στην κοινωνία. Αυτό έχει χαθεί, γιατί έχουμε αποφασίσει ότι όλα θα τα κάνει το κράτος.

  • Σε συνέντευξή σας είχατε αναφέρει ότι είχατε εντυπωσιαστεί από την αντίδραση των Αθηναίων στο ξέσπασμα του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.

Αισθάνομαι εξαιρετικά τυχερή που την έζησα αυτήν τη στιγμή και, επίσης, καταλαβαίνω ότι ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα σε μένα και σε αυτούς που δεν την έζησαν, γιατί είναι αδύνατο να πιστέψουν αυτό το πράγμα: ότι υπήρξε σε μία τέτοια στιγμή μία τέτοια απόλυτη ομοψυχία.

  • Τι ένωσε τους Έλληνες εκείνη την περίοδο; Ποιος έκανε την προετοιμασία; Πώς συνέβη αυτή;

Κοιτάξτε, είναι πολλοί παράγοντες. Νομίζω, αφενός, ήταν ότι έπαψαν οι ξένοι να αναμειγνύονται – γιατί η ανάμειξη των ξένων στην Ελλάδα είναι κάτι το συνεχές, επίμονο και υπήρξε βλαβερότατο… Νομίζω ότι εκείνη την εποχή η Ελλάδα λίγο πολύ περιήλθε στην αποκλειστική σφαίρα της Αγγλίας, η οποία ήθελε να έχει κάποιον σύμμαχο εδώ και κάποια σιγουριά. Επομένως, δεν έκαναν οι ξένοι ανακατώματα, ώστε να προκαλούνται επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις…

Το άλλο ήταν ότι ο άνθρωπος που ήταν επικεφαλής -και διέθετε πολλές, υπερβολικά πολλές εξουσίες- δεν ήταν μόνο ένας εξαιρετικά προικισμένος στρατιωτικός, με μεγάλες διοικητικές ικανότητες, είχε και πολιτικό νου, και μεγάλη γνώση των ατόμων και των πραγμάτων της εποχής εκείνης. Ο πόλεμος ήταν προβλέψιμος και ο Μεταξάς ήξερε ότι, προκειμένου να μην καταστραφούμε τελείως, έπρεπε να σταματήσει αμέσως ο διχασμός…

Προσπάθησε πάρα πολύ συστηματικά να… κλείσει αυτήν την πληγή, να κάνει τον κόσμο να πιστέψει ότι ανήκε στο παρελθόν. Επίσης, είχε προετοιμάσει στρατιωτικά τη χώρα πάρα πολύ καλά και είχε μεταδώσει -ειδικά στους νεότερους Έλληνες- το αίσθημα ότι, πάρα πολλά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εμάς τους ίδιους. Λόγου χάριν, είχε επανδρώσει την αντιαεροπορική άμυνα και με εθελοντάς, είχε παρακινήσει τις γυναίκες να γίνουν εθελόντριες νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού, είχε δημιουργήσει, γενικά, ένα αίσθημα αλληλεγγύης και προσφοράς προς το σύνολον.

  • Το «ΟΧΙ» τελικά το είπε ο Μεταξάς ή ο ελληνικός λαός;

Ναι… Σηκώθηκαν όλοι οι Έλληνες μέσα στη νύχτα και ξεφώνισαν «ΟΧΙ»! Σαχλαμάρες είναι αυτά τα πράγματα! Δεν έχει, κανείς, παρά να διαβάσει το ημερολόγιο του Μεταξά, για να δει πόσο το είχε σκεφτεί και πόσο τον είχε βασανίσει η απόφαση που έπρεπε να λάβει, πως οι στρατιωτικές δυνάμεις μας ήταν μικρές συγκριτικά με των εχθρών μας. Ήξερε, επίσης, όμως τι είδους αντίκτυπο στην Ιστορία του λαού μας θα είχε το να υποταγούμε αμαχητί.

  • Εάν σας ζητούσαν μία παράγραφο για τον ρόλο του Βενιζέλου στα ελληνικά πράγματα, τι θα γράφατε;

Νομίζω ένα πράγμα μπορώ να πω: δίχασε αυτό τον λαό τραγικά. Όταν τον παρέλαβε, ο λαός αυτός ήταν ενωμένος. Ακόμη και μέχρι το 1917 ήταν ενωμένος, λίγο πολύ. Από το 1917 όμως, όταν με τη στρατιωτική υποστήριξη των Γάλλων ανέλαβε την αρχή, κατάργησε τη μονιμότητα των δικαστών και απέλυσε πάνω από τούς μισούς, απήλασε και εξόρισε εκατοντάδες, άνοιξε δυο στρατόπεδα εξορίας, απέλυσε τη μισή δημοσιοϋπαλληλία, αναστάτωσε την επετηρίδα στον Στρατό – κοντολογίς έκαμε το κόμμα, κράτος. Και άνοιξε, έτσι, μια πληγή, που, με διάφορες φάσεις (με χτύπους και αντίκτυπους), φθάνει έως περίπου τις ημέρες μας.

  • Για το ’22 τι φταίει;

Το θέμα είναι γιατί πήγαμε. Από τη στιγμή που πήγαμε στη Μικρά Ασία, θα βγαίναμε άσχημα και αυτό το ήξερε ο Βενιζέλος από το ’15, διότι υπάρχουν αυτές οι μελέτες που του έχει υποβάλει ο Μεταξάς, ο οποίος του λέει: «Δεν μπορούμε να πάμε στη Μικρά Ασία, διότι η γεωγραφία δεν μας το επιτρέπει, διότι έχουν και οι Τούρκοι αίσθημα πατριωτισμού και θα τους ενοχλήσουμε πάρα πολύ, διότι οι γραμμές επικοινωνίας είναι πάρα πολύ μακριές και είμαστε ένα μικρό κράτος για να στηρίξουμε κάτι τέτοιο». Του τα είχε πει όλα∙ γιατί λοιπόν μας πήγε στη Σμύρνη; Δεν το καταλαβαίνω. Και αυτός είναι ο λόγος που σας λέω ότι «δεν ξέρω τι να πω για τον Βενιζέλο».

  • Το βιβλίο σας «Οι ουλάνοι στη Λάρισα» τι πραγματεύεται;

Τον ρόλο πού έπαιξαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ψεύτικες ειδήσεις. Βρισκόμαστε στο ’17. Ο Ζαΐμης έχει αναλάβει μία υπηρεσιακή κυβέρνηση και προσπαθεί να βολέψει τα πράγματα, για να βγούμε από το αδιέξοδο που μας δημιουργεί η Αντάντ. Ο Βενιζέλος είναι ακόμα εδώ. Δεν έχει φύγει για τη Θεσσαλονίκη. Ο Ζαΐμης βρίσκεται ένα βράδυ στο Φάληρο και δεξιώνεται τους πρέσβεις, όταν λαβαίνει ένα μήνυμα του Βενιζέλου, ότι 10.000 ουλάνοι, δηλαδή Γερμανοί ιππείς, έχουν μπει στα σύνορα του ελληνικού κράτους και από τη Λάρισα έρχονται… κατά καπνού για την Αθήνα.

  • Fake news έστειλε ο Βενιζέλος;

Ο Βενιζέλος είναι ανακατεμένος σε πολλά fake news, με διασημότερο την επίθεση εναντίον της γαλλικής πρεσβείας, υπόθεση στημένη. Για τους ουλάνους ο Ζαΐμης, αν και δεν το πίστεψε, έτρεξε στο Τατόι, όπου διαπίστωσε ότι δεν γινόταν τίποτα. Κανείς ουλάνος δεν βρισκόταν εκεί πέρα. Εντούτοις, αυτή η είδηση -η απολύτως ψεύτικη είδηση-, την οποία πάει να διασταυρώσει και ο Άγγλος πρέσβης και λέει «σαχλαμάρες, δεν είναι τίποτα»-, η ψεύτικη, λοιπόν, αυτή είδηση μεταφέρεται κατευθείαν στη Γαλλία και στο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο παρευρέθηκε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Εκεί λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν και φεύγει αμέσως τηλεγράφημα προς τον αρχηγό της μοίρας του γαλλικού στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο, που τον διατάσσει να πλεύσει «ολοταχώς για τον Πειραιά». Και σε δυο μέρες καταφθάνουν 67 γαλλικά και αγγλικά πολεμικά πλοία και αποκλείουν τον Πειραιά και τα Φάληρα, λόγω των… ουλάνων! Αυτά δεν γίνονται έτσι τυχαία. Πρέπει να ψάξουμε και να βρούμε τη λογική του πράγματος, τι σχεδίαζαν εις βάρος μας οι Γάλλοι.

αθηνα κακουρη

  • Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Η άγνοιά μου της ελληνικής πραγματικότητος. Σε κάποια στιγμή δύσκολη της ζωής μου είπα: εγώ θα γράψω αστυνομικά, θα γίνω παρευθύς πλούσια και διάσημη, όπως η Αγκάθα Κρίστι. Ήμουνα και σε μεγάλη ηλικία, 30 ετών, και όμως δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι στην Ελλάδα έχουμε ένα πολύ μικρό αναγνωστικό κοινό, ότι εγώ έγραφα για μία αστική ζωή, γιατί αυτή γνώριζα, και ο αστικός κόσμος ήταν μικρός. Ο Γιάννης Μαρής, που είναι πιο προικισμένος από εμένα, έγραφε για έναν άλλον κόσμο, ευρύτερο, και επίσης έγραφε συνέχεια, ενώ εγώ περίμενα πότε θα μου έρθει μία λαμπρή ιδέα. Μου βγήκε όμως σε καλό, γιατί, μολονότι ούτε διάσημη έγινα ούτε πλουσία, έτυχε να έχω για δάσκαλο τον Γιώργο Σαββίδη, που διηύθυνε τότε τον «Ταχυδρόμο». Θεός σχωρέσ’ τον, ήταν πράγματι πολύ σπουδαίος δάσκαλος. Ήταν εξαιρετική η μαθητεία μου.

  • Τι θα συμβουλεύατε τους νέους συγγραφείς;

Να σέβονται τη δουλειά τους και τον αναγνώστη. Να μην τσιγκουνεύονται τον χρόνο τους, για να επιτύχουν το καλύτερο που μπορούν. Να αγαπούν και να καλλιεργούν την υπέροχη ελληνική μας γλώσσα. Βεβαίως, εμένα ο καημός μου είναι το αναγνωστικό κοινό – είναι μικρό στην Ελλάδα και πρέπει να αυξηθεί.

  • Πώς θα το κάνουμε αυτό;

Το κράτος όλα αυτά τα χρόνια που είχε το ΕΚΕΒΙ, αυτή τη δουλειά θα έπρεπε να κάνει. Αλλά και στα σχολεία θα μπορούσαν οι καθηγητές να βάζουν τα παιδιά να μεταχειρίζονται τις βιβλιοθήκες. Θα έπρεπε, κυρίως, και να πάψουμε να έχουμε αυτά τα ηλίθια βιβλία που λέγονται «νεοελληνικά αναγνώσματα» και έχουν ένα απόσπασμα τόσο δα, και αυτό είναι όλο. Αυτό που θα έπρεπε να γίνεται στην ώρα των Νέων Ελληνικών, θα ήταν να δίνεται στα παιδιά ένας κατάλογος από πέντε, δέκα βιβλία βασικά της λογοτεχνίας μας με την εντολή να τα διαβάσουν, και μετά να συζητούνται στην τάξη, με την καθοδήγηση του δασκάλου. Έτσι θα ανακάλυπταν οι νέοι μας την απόλαυση της ανάγνωσης – έτσι θα αγαπούσαν το βιβλίο.

  • Είστε υπέρ του πολυτονικού ή του μονοτονικού;

Το μονοτονικό ήταν μία βλακεία, μια βλαβερή βλακεία. Είναι μάλιστα απαράδεκτο ότι μια τέτοια απόφαση για τη γλώσσα, την έλαβε μέσα στη μέση της νύχτας μία μικρή ομάδα βουλευτών – δεν ήταν καν η Ολομέλεια. Τι ικανότητα έχουν οι βουλευτές να αποφασίζουν για τέτοια πράγματα; Και τι έκανε ο πνευματικός κόσμος εκείνη τη στιγμή; Κοιμόταν! Πώς του άφησε να του ξεφύγει αυτό; Ας αποφάσιζε την κατάργηση των πνευμάτων ο πνευματικός κόσμος, έπειτα από συζητήσεις μεταξύ ειδικών, έπειτα από ώριμη σκέψη, όχι να αφήσει ένα τέτοιο σπουδαίο ζήτημα στον πολιτικό κόσμο. Οι καθηγηταί των φιλοσοφικών σχολών των πανεπιστημίων, οι καθηγηταί των γυμνασίων, οι ακαδημαϊκοί δεν έπρεπε ποτέ να εγκαταλείψουν ένα τέτοιο ζήτημα στην κρίση μιας εικοσάδας βουλευτών, που, πιθανότατα, ήταν απολύτως άσχετοι με τη γλώσσα και τα θέματά της.

  • Βρισκόμαστε κάποιες ώρες έπειτα από την επίθεση κουκουλοφόρων που δέχτηκε η εφημερίδα «δημοκρατία» και η «Espresso». Πώς σας φαίνονται αυτά τα περιστατικά, που έχουν πυκνώσει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια; Η εφημερίδα «δημοκρατία» μέσα σε έναν μήνα έχει δεχτεί δύο επιθέσεις.

Το βρίσκω τελείως απαράδεκτο. Με ενοχλεί και με πικραίνει ότι δεν είναι σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος να τα καταδικάζει κάθετα και ξεκάθαρα. Πραγματικά, θα ήθελα, προτού πεθάνω, να προφτάσω να δω μία χώρα που να έχει κάπως τακτοποιηθεί∙ γιατί, το να έχεις τέτοιου είδους ανεξέλεγκτα μορφώματα να επεμβαίνουν και στο τι γράφεται και στο τι πράττεται σε αυτή τη χώρα, δεν είναι μόνον ενοχλητικό, είναι σαφώς επικίνδυνο, διότι δεν ξέρεις ποιον και τι υπηρετούν. Και καθόμαστε και λέμε ότι μας ενοχλεί η δικτατορία του Μεταξά, που τελείωσε πριν από ογδόντα χρόνια, και η δικτατορία άγνωστων κουκουλοφόρων, που εξασκείται τώρα, σήμερα, δεν μας ενοχλεί;

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ