Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Αχμέτ Νταβούτογλου μιλά για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Είναι όμως ίσως η πρώτη φορά που το κάνει με τρόπο που αποκαλύπτει τόσο καθαρά ότι η τουρκική στρατηγική σκέψη δεν έχει μεταβληθεί ούτε κατ’ ελάχιστον. Έχει απλώς αλλάξει λεξιλόγιο.
Η συνέντευξη του πρώην Πρωθυπουργού και Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας στη σημερινή «Καθημερινή» της Κυριακής δεν αξίζει τόσο διότι προσθέτει νέα δεδομένα, αλλά διότι προσθέτει κάτι πολύ σημαντικότερο: επιβεβαίωση. Και κυρίως, διότι αποδομεί μια άκρως βολική ερμηνεία που δυστυχώς κυριαρχεί εδώ και πολύ καιρό στην Αθήνα: ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί συγκυριακή υπερβολή, επικοινωνιακό σύνθημα ή προϊόν εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης.
Ο ίδιος ο άνθρωπος που είναι από τους βασικούς αρχιτέκτονες της σύγχρονης τουρκικής στρατηγικής σκέψης (βλ. Στρατηγικό Βάθος), δεν απορρίπτει τη «Γαλάζια Πατρίδα». Την εξηγεί. Την κανονικοποιεί. Και τελικά τη νομιμοποιεί ως τρόπο σκέψης.
«Δεν είναι νόμος», μας λέει σήμερα στην «Καθημερινή». «Δεν είναι δόγμα. Είναι εννοιολογική προσέγγιση».
Αλλά εδώ ακριβώς εμφανίζεται η πρώτη κρίσιμη αντίφαση. Διότι μια «εννοιολογική προσέγγιση» που διατρέχει ολόκληρη την επιχειρηματολογία για το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και τον ρόλο της Τουρκίας στον θαλάσσιο χώρο εν γένει, και όχι μόνον, δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ουδέτερη ορολογία.
Αν τελικά δεν είναι δόγμα, τότε γιατί λειτουργεί ως αφετηρία όλων των βασικών στρατηγικών παραδοχών της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας; Αν δεν είναι πολιτική γραμμή, γιατί επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τον απολύτως περιορισμένο θαλάσσιο χώρο της στο Αιγαίο, αλλά και ευρύτερα, στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο;
Η νέα συνέντευξη και η αποπολιτικοποίηση του πολιτικού
Η νέα συνέντευξη Νταβούτογλου επιχειρεί στην πράξη να αποπολιτικοποιήσει κάτι που λειτουργεί κατεξοχήν πολιτικά. Και μάλιστα το πράττει με μια ένταση που διατρέχει όλο το κείμενο.
Σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Νταβούτογλου επαναλαμβάνει διαρκώς ότι η Τουρκία είναι «ναυτικό κράτος» (η επιχειρηματολογία περί ναυτικής ταυτότητας της Τουρκίας εντάσσεται σε μια σύγχρονη γεωπολιτική κατασκευή, η οποία όμως δεν αποτυπώνει πλήρως την ιστορικά πολυπαραγοντική πραγματικότητα ενός θαλάσσιου χώρου στον οποίο η ελληνική ναυτική παρουσία υπήρξε και παραμένει διαχρονική και καθοριστική), ότι διαθέτει «θαλάσσια πατρίδα» και ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί περιορισμούς στην πρόσβασή της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Γεωγραφία και Διεθνές Δίκαιο
Για τον Νταβούτογλου, ωστόσο, αφετηρία δεν είναι το διεθνές δίκαιο, αλλά η γεωγραφία. Δεν είναι οι συνθήκες, αλλά οι ακτογραμμές. Δεν είναι καν το υφιστάμενο καθεστώς, αλλά η γεωπολιτική αναγκαιότητα όπως την αντιλαμβάνεται η Τουρκία.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης διαφορά. Ο Νταβούτογλου δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι η Τουρκία έχει δίκιο και το Δίκαιο με το μέρος της. Επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το δίκαιο στη γεωπολιτική λογική. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς ρητορική, αλλά θεμελιώδης τουρκική μεθοδολογία.
Το «κοινό Αιγαίο»
Η πλέον χαρακτηριστική έκφραση αυτής της λογικής είναι η αναφορά στο «κοινό Αιγαίο», την οποία φρόντισε ο Διευθυντής της Καθημερινής -προς τιμήν του- να αναδείξει σε πηχυαίο τίτλο (πιθανόν με την ελπίδα να συμβάλει στην αφύπνιση των Αθηνών…).
Πρόκειται όντως για μια φράση που επιφανειακά μοιάζει συναινετική. Στην πραγματικότητα όμως μετατοπίζει τελείως το πλαίσιο: από το ερώτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο ερώτημα της συνδιαχείρισης. Από το «τι ανήκει σε ποιον» στο «πώς θα το διαχειριστούμε από κοινού». Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές αφετηρίες.
Η ρητορική συμμετρίας
Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη στοιχείο που συχνά αποφεύγεται στη δημόσια συζήτηση. Η ρητορική περί «κοινού θαλάσσιου χώρου» δεν απαντάται μόνο στην τουρκική επιχειρηματολογία. Εμφανίζεται, με διαφορετική στόχευση, και σε ικανή μερίδα του ελληνικού δημόσιου λόγου και στις βασικές θέσεις εκπροσώπων του ελλαδικού πολιτικού συστήματος κατευνασμού και των παρελκομένων του, όπου το Αιγαίο περιγράφεται ως «θάλασσα που ενώνει», «θάλασσα που μοιραζόμαστε», «δύο πλευρές του Αιγαίου» και πλείστες παρόμοιες εκφράσεις εκούσιας εκχώρησης και απόταξης του γεωγραφικού «φόρτου» που ταλανίζει τις ελλαδικές ελίτ.
Αυτή η φαινομενική σύγκλιση όρων, ωστόσο, αποκρύπτει μια κρίσιμη διαφορά: άλλο η συνεργασία κυριαρχιών και άλλο η εξομοίωση κυριαρχικών καθεστώτων. Είναι σε αυτήν ακριβώς τη λογική που η συνέντευξη Νταβούτογλου χτίζει παράλληλα και συστηματικά μια εικόνα συμμετρίας: δύο πλευρές, δύο κράτη, δύο ισότιμοι παίκτες, ένα κοινό Αιγαίο.
12 ναυτικά μίλια και στρατηγική πρόσληψη
Αυτή η συμμετρία δεν αφορά μια ουδέτερη περιγραφή της πραγματικότητας. Είναι σαφέστατη πολιτική επιλογή που μεταφέρει τη συζήτηση από το καθεστώς δικαίου στο πεδίο της διαπραγμάτευσης.
Είναι σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, εξάλλου, στο οποίο εντάσσονται και οι αναφορές του Τούρκου πρώην Πρωθυπουργού στα 12 ναυτικά μίλια, με όλο το ασύστολο ψεύδος με το οποίο τις διανθίζει.
Ο Νταβούτογλου, όπως και η Τουρκία εν συνόλω, δεν προσεγγίζει την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων ως ζήτημα εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Την προσεγγίζει ως εξέλιξη με γεωπολιτικό κόστος που η Τουρκία δεν μπορεί να αποδεχθεί. Η διαφορά αυτή όμως δεν είναι τεχνική. Είναι θεμελιώδης.
Οι Διερευνητικές Επαφές
Επιπλέον, η συνέντευξη Νταβούτογλου είναι συγκλονιστική στην ενότητα που αφορά τις Διερευνητικές Επαφές Ελλάδας και Τουρκίας, όπου γίνεται λόγος για «ιδιωτικές συνομιλίες», «χάρτες» και «προσδιορισμένα δικαιώματα».
Ανεξαρτήτως ερμηνείας, η ίδια η διατύπωση από έναν πρώην Πρωθυπουργό και πρώην υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας ανοίγει εύλογα ερωτήματα για το εύρος και τη φύση αυτών των διαδικασιών, αλλά και για το πώς αποτυπώθηκαν στην ελληνική δημόσια συζήτηση, καθώς έρχεται να επιβεβαιώσει όλα όσα περί μυστικής διπλωματίας έχουν καταλογιστεί στις ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 25 ετών από διαπρεπείς Έλληνες αναλυτές.
Κυπριακό και περιφερειακή αρχιτεκτονική
Στο Κυπριακό, η συνέχεια της τουρκικής στρατηγικής σκέψης είναι εξίσου εμφανής. Η επιμονή Νταβούτογλου στη «φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν» δεν αφορά το παρελθόν, αλλά τη διατήρηση μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τη λύση του ζητήματος, ανεξαρτήτως της απόρριψής του το 2004.
Ακόμη και η κριτική προς τη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ εντάσσεται στην ίδια λογική: την άρνηση μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής στην οποία η Τουρκία δεν βρίσκεται στο κέντρο.
Εν κατακλείδι
Το συνολικό συμπέρασμα είναι σαφές. Ο Νταβούτογλου δεν παρουσιάζει μια νέα στρατηγική, αλλά περιγράφει τη συνέχεια, και την πεμπτουσία, μιας παλιάς.
Αυτό ίσως είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο της συνέντευξης: η αξιοσημείωτη σταθερότητα μιας στρατηγικής αντίληψης της Τουρκίας, που επιβιώνει ανεξαρτήτως προσώπων, κυβερνήσεων και συγκυριών.
Η σημασία της δεν βρίσκεται στο αν γίνεται αποδεκτή ή απορρίπτεται. Βρίσκεται στο ότι είναι συνεκτική.
Αυτή η συνέπεια υπενθυμίζει κάτι που συχνά λείπει από την ελληνική κατανόηση και πράξη: ότι η τουρκική στρατηγική σκέψη δεν είναι αποσπασματική. Είναι διαρκής. Γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συγκυριακό φαινόμενο.
*φωτογραφία αρχείου

