Μια βαθιά δομική αντίφαση στον αμυντικό σχεδιασμό της Ελλάδας αναδεικνύει ο στρατηγικός αναλυτής Οζτζάν Ακιντζί σε άρθρο του στο τουρκικό δίκτυο TRT World. Αφορμή για την ανάλυση αποτελεί η πρόσφατη παραδοχή του Έλληνα υπουργού Άμυνας, Νίκου Δένδια, σχετικά με την ανεπάρκεια του αμυντικού προϋπολογισμού, παρά τις βαριές θυσίες των φορολογουμένων.
Το γεγονός ότι μετά από τρεις δεκαετίες, κατά τις οποίες η Αθήνα δαπάνησε το αστρονομικό ποσό των 170 έως 200 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ασφάλειά της, η πολιτική ηγεσία εξακολουθεί να θεωρεί τους πόρους ελλιπείς, εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα. Το πρόβλημα τελικά δεν εντοπίζεται στο ύψος των κονδυλίων, αλλά στο ίδιο το στρατηγικό μοντέλο που εφαρμόζεται, το οποίο βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εισαγωγή έτοιμων οπλικών συστημάτων αντί για την εγχώρια ανάπτυξη.
Η θυσία της οικονομίας στον βωμό της αμυντικής θωράκισης
Η επιλογή της Ελλάδας να διατηρεί σταθερά υψηλές αμυντικές δαπάνες, οι οποίες το 2025 άγγιξαν τα 8,4 δισεκατομμύρια δολάρια ή περίπου το 3% του ΑΕΠ, συνοδεύεται από ένα τεράστιο κόστος ευκαιρίας για την υπόλοιπη χώρα, επισημαίνει ο Τούρκος αναλυτής. Κάθε πόρος που κατευθύνεται στις ένοπλες δυνάμεις στερείται από τη βιομηχανική ανάπτυξη, την παιδεία, την έρευνα και τις υποδομές. Αυτό το μοτίβο προστασίας των στρατιωτικών δαπανών παρέμεινε απαράλλακτο ακόμα και κατά τη διάρκεια της καταστροφικής οικονομικής κρίσης της περιόδου 2008-2016, όταν το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά το ένα τέταρτο, η ανεργία των νέων ξεπέρασε το 61% και εκατοντάδες χιλιάδες επιστήμονες εγκατέλειψαν τη χώρα.
Το ίδιο φαινόμενο επαναλήφθηκε και κατά την πανδημία του COVID-19, όπου παρά τη συρρίκνωση της οικονομίας, ο αμυντικός προϋπολογισμός αυξήθηκε κατά σχεδόν 44% μέσα σε ένα έτος, αποδεικνύοντας ότι οι εξοπλισμοί αποτελούσαν πάντα την απόλυτη πολιτική προτεραιότητα.
Η παγίδα των ξένων προμηθευτών και η σύγκριση με την Τουρκία
Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών χρημάτων κατευθύνθηκε σε ξένες αγορές, με την προμήθεια μαχητικών Rafale, φρεγατών Belharra και συστημάτων από τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, καθιστώντας μάλιστα την Ελλάδα τον τρίτο μεγαλύτερο πελάτη της γαλλικής πολεμικής βιομηχανίας. Αυτή η τακτική μπορεί να αναβάθμισε το επιχειρησιακό επίπεδο, δημιούργησε όμως μια σχέση εξάρτησης από εξωτερικούς παράγοντες για συντήρηση και αναβαθμίσεις, η οποία γίνεται ακόμη πιο δαπανηρή καθώς ο πόλεμος μετατοπίζεται στα drones και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η σύγκριση με την Τουρκία κρίνεται διδακτική από τον αναλυτή, καθώς η Άγκυρα κατάφερε από το 20% εγχώριας αμυντικής παραγωγής στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να ξεπεράσει σήμερα το 80%, μετατρέποντας τις στρατιωτικές δαπάνες σε μοχλό τεχνολογικής ανάπτυξης, δημιουργίας θέσεων εργασίας και εξαγωγών, την ώρα που η Ελλάδα στερείται αντίστοιχων βιομηχανικών οικοσυστημάτων.
Το νέο εξοπλιστικό παράθυρο και η εναλλακτική της συνεργασίας
Η Αθήνα φαίνεται να αναγνωρίζει εν μέρει το πρόβλημα, καθώς το νέο δωδεκαετές εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 25-28 δισεκατομμυρίων ευρώ περιλαμβάνει αναφορές στην ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Ωστόσο, το διεθνές περιβάλλον έχει γίνει πολύ πιο ανταγωνιστικό και ακριβό, με τη Γερμανία να επανεξοπλίζεται και τις ΗΠΑ να στρέφουν την προσοχή τους στην Κίνα.
Στο πλαίσιο αυτό, πέρα από το δίλημμα της βιομηχανικής αυτονομίας, υπάρχει και η εναλλακτική οδός της αποκλιμάκωσης της έντασης. Ένα πιο «φιλόδοξο πλαίσιο ελληνοτουρκικής συνεργασίας στις θαλάσσιες ζώνες, την ενέργεια και τις μεταφορές» δεν θα έλυνε μαγικά τις διαφορές, αλλά θα μπορούσε να περιορίσει το τεράστιο οικονομικό βάρος του διαρκούς ανταγωνισμού, επιτρέποντας την ανακατεύθυνση των πόρων σε παραγωγικές επενδύσεις που θα ανακόψουν τη δημογραφική παρακμή και τη διαρροή εγκεφάλων.
Όταν οι Τούρκοι κάνουν «ψυχανάλυση» των Ελλήνων πολιτικών
Οι παρατηρήσεις του γνωστού Τούρκου αναλυτή ούτε αβάσιμες είναι, ούτε χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Στην Ελλάδα μπορεί να έγινε πολύ σπέκουλα με τις αναφορές περί «ψυχανάλυσης» όσων συνομιλούμε διπλωματικά, όμως η τακτική της ψυχογράφησης του αντιπάλου είναι βασική μέθοδος της τουρκικής διπλωματίας.
Οι Τούρκοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα όσα αναφέρει ο Ακιντζί βρίσκονται μέσα στο μυαλό των ελληνικών ηγεσιών, οι οποίες διαχρονικά επιλέγουν την πολιτική του κατευνασμού, ακριβώς για να μην αναγκάζονται σε δαπανηρούς εξοπλισμούς και πολύ περισσότερο, να μη χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τα όπλα που αγοράζουν προκειμένου να υπερασπιστούν την εθνική κυριαρχία.
Έτσι, η επεκτατική πολιτική της Τουρκίας δεν προσανατολίζεται αρχικά στην πολεμική σύγκρουση, αλλά στις δοκιμασμένες πιθανότητες η Ελλάδα να υποχωρεί διαρκώς λόγω των φοβικών συνδρόμων των αδύναμων ηγεσιών της, με αποτέλεσμα να καταστεί δορυφόρος μιας ισχυρής Τουρκίας.
Φυσικά η λύση δεν είναι να περιοριστούν οι εξοπλισμοί, όταν απέναντι έχουμε έναν διαρκώς ισχυρότερο και επιθετικότερο γείτονα. Η ειρήνη σε αυτές τις περιπτώσεις διασφαλίζεται με την αποτρεπτική ισχύ και η μόνη λύση αυτή να μην είναι αιματηρά δαπανηρή, είναι αυτή που σωστά ανέφερε ο Τούρκος αρθρογράφος: Η τάχιστη και συστηματική ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Δείτε επίσης:
- Αμερικανική πρόταση για ελληνική συμμετοχή στο πρωτοποριακό μη επανδρωμένο μαχητικό X-BAT
- Η Τουρκία παρήγγειλε 104 USV καμικάζι – Η Ελλάδα ακόμα το σκέφτεται
- Η Ελλάδα σνομπάρει τα ελληνικά USV για να αγοράσει ουκρανικά
- TurDef: Η Ελλάδα προσπαθεί από το μηδέν να ανταγωνιστεί την πανίσχυρη τουρκική βιομηχανία drones







