«Δεν ήθελα να πεθάνω. Ήθελα να σταματήσει αυτό που ένιωθα.»
Αυτή είναι ίσως η φράση που ακούγεται συχνότερα από ανθρώπους που αυτοτραυματίζονται. Όμως, παρά το γεγονός ότι επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια στα θεραπευτικά δωμάτια, η κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον αυτοτραυματισμό με φόβο, αμηχανία και συχνά με παρερμηνείες.
- Γράφει η Κέλλυ Χολέβα (MSc), Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
Συχνά, περιγράφεται ως κραυγή για προσοχή, χειριστική συμπεριφορά ή ακόμη και ως αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Εντούτοις, η σύγχρονη επιστήμη απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από αυτές τις ερμηνείες.
Ο αυτοτραυματισμός εξακολουθεί να αποτελεί μία εκ των πλέον παρεξηγημένων συμπεριφορών στην ψυχική υγεία. Σύμφωνα με τον Matthew Nock (2010), έναν από τους σημαντικότερους ερευνητές στον χώρο του μη αυτοκτονικού αυτοτραυματισμού (Non-Suicidal Self-Injury – NSSI), η συγκεκριμένη συμπεριφορά αποτελεί κυρίως έναν τρόπο αντιμετώπισης έντονων ψυχικών καταστάσεων και όχι απαραίτητα μια επιθυμία θανάτου.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Αν και ο αυτοτραυματισμός συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο μελλονικού αυτοκτονικού ιδεασμού, στην πλειονότητα των περιπτώσεων η πρόθεση δεν είναι ο τερματισμός της ζωής, αλλά η μείωση του ψυχικού πόνου που τη δεδομένη χρονική στιγμή μπορεί να βιώνεται ως αφόρητος.
Όταν η ψυχή δεν βρίσκει λέξεις
Στην κλινική πράξη, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να περιγράψουν αυτό που αισθάνονται. Η συναισθηματική εμπειρία είναι συχνά τόσο έντονη ή τόσο συγκεχυμένη, σε σημείο που δεν μπορεί να μετατραπεί εύκολα σε λόγο.
Ο ψυχίατρος και ερευνητής Bessel van der Kolk, μέσα από το έργο του για το ψυχικό τραύμα, υποστηρίζει ότι οι τραυματικές εμπειρίες αποτυπώνονται, όχι μόνο στη μνήμη, αλλά και στο σώμα. Όταν το συναίσθημα δεν μπορεί να επεξεργαστεί ψυχικά, το σώμα γίνεται συχνά το μέσο μέσα από το οποίο εκφράζεται.
Αυτό δε σημαίνει ότι κάθε αυτοτραυματισμός συνδέεται με τραύμα. Σημαίνει, όμως, ότι το σώμα μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος έκφρασης, όταν οι ψυχικές διεργασίες δυσκολεύονται να οργανώσουν την εμπειρία.
Τι δείχνουν οι έρευνες για τη ρύθμιση των συναισθημάτων;
Τα τελευταία χρόνια, η διεθνής βιβλιογραφία συγκλίνει σε ένα κοινό συμπέρασμα: ο αυτοτραυματισμός σχετίζεται στενά με δυσκολία διαχείρισης των συναισθημάτων.
Η μετα-ανάλυση των Wolff και συνεργατών (2019), η οποία συμπεριέλαβε 48 ερευνητικές μελέτες, κατέληξε ότι τα άτομα με σημαντικές δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση είχαν περίπου τριπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν αυτοτραυματική συμπεριφορά σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι σημαντικότεροι παράγοντες ήταν:
- η δυσκολία αναγνώρισης των συναισθημάτων,
- η δυσκολία αποδοχής δυσάρεστων συναισθημάτων,
- η παρορμητικότητα σε περιόδους έντονης συναισθηματικής φόρτισης,
- η έλλειψη αποτελεσματικών στρατηγικών αντιμετώπισης.
Τα παραπάνω ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι ο αυτοτραυματισμός λειτουργεί ως μια προσωρινή, δυσλειτουργική δε στρατηγική ανακούφισης.
Γιατί ο σωματικός πόνος μειώνει προσωρινά τον ψυχικό;
Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που απασχόλησαν τη νευροεπιστήμη είναι γιατί μια επώδυνη πράξη μπορεί να προκαλεί αίσθηση ανακούφισης.
Σύμφωνα με το θεωρητικό μοντέλο των Chapman και συνεργατών (2006), ο αυτοτραυματισμός λειτουργεί ως μορφή βιωματικής αποφυγής (experiential avoidance). Το άτομο, δηλαδή προσπαθεί να απομακρυνθεί από μια συναισθηματική εμπειρία που βιώνεται ως αβάσταχτη.
Παράλληλα, νευροβιολογικές μελέτες δείχνουν ότι ο σωματικός τραυματισμός μπορεί να ενεργοποιήσει ενδογενή οπιοειδή συστήματα του οργανισμού, προσφέροντας μια προσωρινή μείωση της συναισθηματικής έντασης. Όμως, η ανακούφιση αυτή είναι βραχύβια και μπορεί να ενισχύσει την επανάληψη της συμπεριφοράς.
Πόσο συχνός είναι ο αυτοτραυματισμός;
Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, ο αυτοτραυματισμός δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο.
Η συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των Swannell και συνεργατών (2014) έδειξε ότι περίπου:
- 17% των εφήβων
- 13% των νεαρών ενηλίκων
- και περίπου 5% των ενηλίκων
αναφέρουν τουλάχιστον ένα επεισόδιο μη αυτοκτονικού αυτοτραυματισμού κατά τη διάρκεια της ζωής τους, καταδεικνύοντας ότι πρόκειται για ένα σημαντικό ζήτημα δημόσιας ψυχικής υγείας και όχι για σπάνια ή περιθωριακή συμπεριφορά.
Οι λειτουργίες του αυτοτραυματισμού
Σε μία από τις πιο γνωστές μετα-αναλύσεις των Taylor και συνεργατών (2018), διαπιστώθηκε ότι στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, η συμπεριφορά του αυτοτραυματισμού εξυπηρετεί ενδοπροσωπικές λειτουργίες. Με άλλα λόγια, ο αυτοτραυματισμός δεν αποσκοπεί κυρίως στην επικοινωνία με τους άλλους, αλλά στη ρύθμιση του εσωτερικού κόσμου.
Οι συχνότερες λειτουργίες ήταν:
- η μείωση της έντονης ψυχικής έντασης,
- η ανακούφιση από επώδυνα συναισθήματα,
- η αντιμετώπιση του συναισθηματικού κενού,
- η διακοπή βασανιστικών σκέψεων.
Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ψυχικός πόνος είναι αφηρημένος. Δεν έχει όρια. Δεν γνωρίζουμε πού αρχίζει και πού τελειώνει. Αντίθετα, ο σωματικός πόνος είναι συγκεκριμένος. Έχει διάρκεια, ένταση, αρχή και τέλος. Για ορισμένους ανθρώπους, αυτή η μετάβαση από το άυλο στο συγκεκριμένο δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κάτι επιτέλους γίνεται διαχειρίσιμο.
Η νευροεπιστήμη προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ. Ο αυτοτραυματισμός φαίνεται να ενεργοποιεί μηχανισμούς του εγκεφάλου που μειώνουν προσωρινά τη συναισθηματική ένταση. Η ανακούφιση, ωστόσο, διαρκεί λίγο. Και ακριβώς επειδή λειτουργεί, έστω και πρόσκαιρα, ο εγκέφαλος μπορεί να την εκλάβει και να την μάθει ως τρόπο αντιμετώπισης της δυσφορίας. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο η συμπεριφορά επαναλαμβάνεται, όχι επειδή λύνει το πρόβλημα, αλλά επειδή προσφέρει μια στιγμιαία παύση από τον πόνο.
Αντιμετώπιση
Η ντροπή αποτελεί συχνά κεντρικό συναίσθημα στον αυτοτραυματισμό και έναν από τους βασικούς παράγοντες που μπορεί να δυσκολέψουν σημαντικά την αναζήτηση βοήθειας και την έναρξη της θεραπευτικής επαφής.
Σε θεραπευτικό επίπεδο, ο στόχος δεν είναι απλώς να σταματήσει ο αυτοτραυματισμός. Όπως επισημαίνει ο Klonsky (2007), εάν η συμπεριφορά αφαιρεθεί χωρίς να αντιμετωπιστεί η λειτουργία που επιτελεί, υπάρχει ο κίνδυνος αντικατάστασής της από μια άλλη δυσλειτουργική στρατηγική.
Χρειάζεται να κατανοηθεί ότι ο αυτοτραυματισμός αποτελεί μια συμπεριφορά που αποκτά νόημα μόνο μέσα στο προσωπικό βίωμα του ανθρώπου. Ως εκ τούτου, η θεραπευτική παρέμβαση είναι σημαντικό να επικεντρώνεται στην κατανόηση των συναισθημάτων που προηγούνται του αυτοτραυματισμού και στην απάντηση του ερωτήματος: «Τι προσπαθούσε να αντέξει;». Κατόπιν, είναι σημαντικό να καλλιεργηθούν αποτελεσματικές στρατηγικές συναισθηματικής ρύθμισης, ώστε, σταδιακά, το άτομο να μάθει να αναγνωρίζει, να αντέχει και να διαχειρίζεται τα δύσκολα συναισθήματά του μέσα από ασφαλέστερους και πιο προσαρμοστικούς τρόπους.
Τέλος, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε ουλή υπάρχει μια διαφορετική ιστορία, διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικές απώλειες και διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ο ψυχικός πόνος έγινε σωματικός.
Δείτε επίσης:






