Η στρατηγική της Τουρκίας να επαναφέρει την επιρροή της στα αραβικά εδάφη που κάποτε αποτελούσαν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα όρια των απλών διπλωματικών επαφών. Σύμφωνα με ανάλυση του Χουσεΐν Αμπντούλ-Χουσεΐν που δημοσιεύθηκε από το Foundation for Defense of Democracies (FDD), η κίνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να δωρίσει στον πρωθυπουργό του Λιβάνου, Ναουάφ Σαλάμ, ένα αντίγραφο των απομνημονευμάτων του παππού του, Σαλίμ Σαλάμ, δεν ήταν μια τυχαία ευγένεια.
Υπενθυμίζοντας τη θητεία του πρεσβύτερου Σαλάμ στο οθωμανικό κοινοβούλιο, ο Τούρκος πρόεδρος επιχείρησε να εμφανιστεί ως ο φυσικός συνεχιστής των σουλτάνων, παρουσιάζοντας εμμέσως την οικογένεια Σαλάμ ως υπηκόους μιας αναγεννημένης αυτοκρατορίας.
Αυτή η τάση αναθεωρητισμού εκδηλώνεται με ακόμη πιο ξεκάθαρο τρόπο σε διάφορα επίπεδα της τουρκικής διοίκησης. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εσωτερικών, Μουσταφά Τσιφτσί, ο οποίος εξέφρασε ανοιχτά την επιθυμία του να αναλάβει κάποια στιγμή καθήκοντα κυβερνήτη της Ιερουσαλήμ. Η έλλειψη αντίδρασης από την πλευρά των Παλαιστινίων σε αυτές τις δηλώσεις προκαλεί αίσθηση, δεδομένου ότι ο δικός τους αγώνας επικεντρώνεται στην κυριαρχία επί της ίδιας πόλης.
Παράλληλα, η Άγκυρα αναπτύσσει παρόμοια αλυτρωτική ρητορική και για άλλες περιοχές, όπως η Αλγερία. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο Τούρκος Πρέσβης στη χώρα, Μουχαμέτ Μουτζαχίτ Κιουτσουκιλμάζ, ισχυρίστηκε ότι ένα σημαντικό ποσοστό των Αλγερινών, μεταξύ 5% και 20%, έχει τουρκικές ρίζες. Αν και η προσέγγιση αυτή ντύνεται με τον μανδύα των ιστορικών δεσμών, στην πραγματικότητα υποδηλώνει την πρόθεση της Άγκυρας να εντάξει την Αλγερία στη δική της πολιτική τροχιά, ακολουθώντας μεθόδους που θυμίζουν τις δημογραφικές διεκδικήσεις της ναζιστικής Γερμανίας τη δεκαετία του 1930, επισημαίνει ο αναλυτής.
Η μάχη της προπαγάνδας και ο ιστορικός αναθεωρητισμός
Η προσπάθεια νομιμοποίησης αυτών των βλέψεων περνά μέσα από τη συστηματική καλλιέργεια αφηγημάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μέσω λογαριασμών που συνδέονται με την τουρκική κυβέρνηση, επιχειρείται η αποδόμηση της δυναστείας των Χασεμιτών της Ιορδανίας. Η τουρκική προπαγάνδα παρουσιάζει τη στάση τους κατά την Αραβική Εξέγερση του 1916 ως προδοσία που τερμάτισε μισό αιώνα τουρκικής κυριαρχίας.
Ο ίδιος ο Ερντογάν πρωτοστατεί σε αυτή την προσπάθεια εξωραϊσμού του παρελθόντος, υποστηρίζοντας ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν συνδέεται με σφαγές, γενοκτονίες ή καταπίεση. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος, «στα χιλιάδες χρόνια ένδοξης ιστορίας μας υπάρχει μόνο δικαιοσύνη και συμπόνια».
Ωστόσο, αυτή η ανάγνωση της ιστορίας έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τη συλλογική μνήμη των αραβικών λαών. Σύμβολα όπως η Πλατεία των Μαρτύρων στη Βηρυτό θυμίζουν τη βίαιη οθωμανική κυριαρχία και τις εκτελέσεις Λιβανέζων πατριωτών από τον Τζαμάλ Πασά, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως ο «Χασάπης». Για το μεγαλύτερο μέρος του προηγούμενου αιώνα, οι χώρες του Λεβάντε και το Ιράκ αντιμετώπιζαν την οθωμανική κληρονομιά με έντονο σκεπτικισμό και εχθρότητα, μια στάση που άρχισε να κάμπτεται μόνο με την άνοδο του πολιτικού Ισλάμ.
Το πολιτικό Ισλάμ ως όχημα για τη νέα αυτοκρατορία
Η ιδεολογική γέφυρα ανάμεσα στις οθωμανικές φιλοδοξίες και το σήμερα βρίσκεται στις ρίζες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, τονίζει η ανάλυση. Από τις θεωρίες του Λιβανέζου Μουχαμάντ Ρασίντ Ριντά, ο οποίος κατά τη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού το 1919 αντιτάχθηκε στα ανεξάρτητα αραβικά κράτη υπέρ της αναβίωσης του Σουλτανάτου της Κωνσταντινούπολης, μέχρι τον Χασάν αλ-Μπάνα και τον Σαγίντ Κουτμπ, ο στόχος παρέμενε κοινός: η αποκατάσταση μιας ενιαίας ισλαμικής πολιτείας υπό τη μορφή της Ούμμα.
Αυτό το όραμα ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τις επιδιώξεις του Ερντογάν για περιφερειακή ηγεμονία. Σήμερα, η Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενισχυμένη από τους πόρους του Κατάρ και την ισχύ της Τουρκίας ως μέλους του ΝΑΤΟ, παρουσιάζει το πολιτικό Ισλάμ ως το ιδανικό μοντέλο διακυβέρνησης, απορρίπτοντας τις δυτικές δημοκρατικές αξίες.
Υπό αυτό το πρίσμα, οργανώσεις όπως η Χαμάς αλλά και υποστηρικτές της Αδελφότητας στον Λίβανο, τη Συρία και την Ιορδανία, βλέπουν την τουρκική κηδεμονία ως μια θετική εξέλιξη, αποδεχόμενοι ακόμη και την ιδέα μιας Ιερουσαλήμ υπό τουρκικό έλεγχο. Για τον ευρύτερο αραβικό κόσμο όμως, ο οποίος έδωσε μακροχρόνιους αγώνες για να αποτινάξει τον οθωμανικό ζυγό και συνεχίζει να αντιστέκεται στην ιρανική επιρροή, η προοπτική μιας νέας τουρκικής κυριαρχίας αποτελεί μια άμεση και σοβαρή απειλή για την εθνική του ανεξαρτησία και ταυτότητα.
Δείτε επίσης:
- Κατάθεση – κόλαφος Τούρκου καθηγητή στο Κογκρέσο: Η «Γαλάζια Πατρίδα» απειλεί τη σταθερότητα
- FDD: Το πυραυλικό οπλοστάσιο της Άγκυρας πρέπει να ανησυχεί ΗΠΑ και Ευρώπη
- ΜακΓκρέγκορ: «Δωροδοκούμε τον Ερντογάν για να μείνει έξω από τον πόλεμο με το Ισραήλ»






