Ο δείκτης ενεργειακής φτώχειας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για την αποτύπωση των κοινωνικών ανισοτήτων που σχετίζονται με την πρόσβαση στην ενέργεια. Βασίζεται κυρίως στη σχέση μεταξύ των ενεργειακών δαπανών ενός νοικοκυριού και του συνολικού ετήσιου εισοδήματός του.
Ένα νοικοκυριό θεωρείται ενεργειακά φτωχό, όταν οι δαπάνες για βασικές ενεργειακές ανάγκες, όπως η θέρμανση, η ψύξη, ο φωτισμός και η χρήση ηλεκτρικών συσκευών, υπερβαίνουν ένα σημαντικό ποσοστό του εισοδήματός του, το οποίο συχνά ορίζεται στο 10%.
Η πιο διαδεδομένη μέθοδος υπολογισμού είναι ο δείκτης δαπανών (High Energy Cost / Low Income), σύμφωνα με τον οποίο εξετάζεται αν οι ενεργειακές δαπάνες ξεπερνούν το συγκεκριμένο όριο.
Παράλληλα, χρησιμοποιούνται και στατιστικοί δείκτες που δεν περιορίζονται μόνο σε αριθμητικά δεδομένα, αλλά εξάγονται από ερωτηματολόγια και αποτυπώνουν την καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η αδυναμία διατήρησης επαρκούς θέρμανσης στην κατοικία, οι καθυστερήσεις στην πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφέλειας και η κακή ποιότητα των κτιρίων, όπως η ύπαρξη υγρασίας, διαρροών ή φθαρμένων κουφωμάτων.
Σοβαρό πρόβλημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, η ενεργειακή φτώχεια εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνολικά, το 9,2% του πληθυσμού της ΕΕ δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει επαρκή θερμοκρασία στην κατοικία του.
Αν και το ποσοστό αυτό εμφανίζεται μειωμένο κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2023, γεγονός που υποδηλώνει μια σχετική αποκλιμάκωση της πίεσης στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, οι ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν έντονες.

Πρώτη μαζί με τη Βουλγαρία
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται και το 2024 στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ενεργειακής φτώχειας. Περίπου το 19% του πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν ένας στους πέντε κατοίκους, δήλωσε ότι δεν μπορεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό.
Το ποσοστό αυτό κατατάσσει τη χώρα στην πρώτη θέση μαζί με τη Βουλγαρία και είναι υπερτριπλάσιο σε σύγκριση με χώρες όπως η Γερμανία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 6,3%. Παράλληλα, παραμένει σημαντικά υψηλότερο από εκείνο της Γαλλίας, που φτάνει το 11,8%.
Οι μεγαλύτερες δυσκολίες εντοπίζονται κυρίως στη νοτιοανατολική και νότια Ευρώπη. Εκτός από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, υψηλά ποσοστά καταγράφονται στη Λιθουανία (18%) και στην Ισπανία (17,5%). Αντίθετα, οι χαμηλότερες τιμές εμφανίζονται σε χώρες του βορρά και της κεντρικής Ευρώπης, όπως η Φινλανδία με 2,7%, καθώς και η Πολωνία και η Σλοβενία με 3,3%.
Ένα βαθιά κοινωνικό πρόβλημα
Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ή οικονομικό ζήτημα, αλλά ένα βαθιά κοινωνικό πρόβλημα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο συνδυασμός χαμηλών εισοδημάτων, υψηλού ενεργειακού κόστους και ενεργειακά ανεπαρκών κατοικιών συνεχίζει να επιβαρύνει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, καθιστώντας αναγκαία την υιοθέτηση στοχευμένων πολιτικών για τη μείωση των ανισοτήτων και τη διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης για όλους.
Δυστυχώς τα ευρωπαϊκά κονδύλια που διατίθενται για την ενεργειακή θωράκιση των ενεργοβόρων κατοικιών στην Ελλάδα μέσω των προγραμμάτων εξοικονομώ παραμένουν ακόμα σε χαμηλά επίπεδα, σε αντίθεση με αυτά που επιδοτούν μεγάλα πράσινα πάρκα που όμως δεν μειώνουν το ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών, αλλά μόνο αυξάνουν τα έσοδα των ωφελούμενων επενδυτών.

